fbpx

Ἡ νύχτα τ’ Ἁγιαννιοῦ

Τίτλος πρωτοτύπου: Sancthansnatten: Eventyrcomedie i tre acter.
Εἶδος: Κωμῳδία.
Πρώτη παράσταση: 02/01/1853 (Νορβηγικὸ Θέατρο τοῦ Μπέργκεν).
Ἔτος πρώτης ἔκδοσης πρωτοτύπου: 1909.
Ἔτος πρώτης μετάφρασης: 1921 (; -Ἀγγλικά)
Τόπος τῆς πλοκῆς: Κομητεία Τέλεμαρκ Νορβηγίας μὲ πρωτεύουσα τὸ Σίεν, γενέτειρα τοῦ Ἴψεν.
Ἐποχὴ τῆς πλοκῆς: Μέσα 19ου αἰῶνος.
Σημαντικώτερο δραματουργικὸ ὑλικό: Τὸ σαιξπηρικὸ Ὄνειρο θερινῆς νυκτός.
Πρόσωπα τοῦ ἔργου: ΚΥΡΙΑ ΜΠΕΡΓΚ, ΓΙΈΡΓΚΕΝ ΚΒΙΣΤ, ΓΙΟΥΛΙΆΝΕ, ΑΝΝΑ, ΜΠΕΡΓΚ, ΓΙΟΧΆΝΝΕΣ ΜΠΙΡΚ, ΓΙΟΎΛΙΑΝ ΠΆΟΥΛΣΕΝ, ΑΓΡΟΤΕΣ καὶ ΚΟΡΙΤΣΟΠΟΥΛΑ, ΕΝΑ ΝΕΡΑΪΔΙΚΟ, ΞΩΤΙΚΑ, ΓΝΟΜΟΙ.
Ἔκταση: Τρίπρακτο.
Εἰσαγωγὴ τῆς πλοκῆς: Ὁ ΓΙΟΧΑΝΝΕΣ ΜΠΕΡΓΚ ἔρχεται στὴ Νορβηγικὴ ὕπαιθρο ἀπὸ τὴ Χριστιανία πρὶν ἀπὸ τὴ Νύχτα τ’ Ἁγιαννιοῦ (τοῦ Κλήδονος), γιὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ τὸ συνοικέσιο μὲ τὴν κόρη τῆς ΚΥΡΙΑΣ ΜΠΕΡΓΚ, ΓΙΟΥΛΙΑΝΕ. Ὅμως, ἐκεῖ θὰ συναντήσῃ τὴ θετὴ κόρη τῆς ΚΥΡΙΑΣ ΜΠΕΡΓΚ, ΑΝΝΑ, μές σ’ ἕνα παραμυθικὸ περιβάλλον…
Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.

Ἀπὸ τὴν ἀνάλυση τῆς «Νύχτας τ’ Ἁγιαννιοῦ»

[Τοῦ μεταφραστῆ καὶ σχολιαστῆ τοῦ Ἴψεν, Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου:]

Τὰ πέρα-δῶθε τῶν δυὸ ζευγαριῶν μποροῦν ν᾽ ἀναχθοῦν στὸ σαιξπηρικὸ Ὄνειρο θερινῆς νυκτός, ἀλλὰ οἱ διάλογοι θυμίζουν σὲ πολλά τὰ λόγια π᾽ ἀνταλάσσουν τ᾽ ἀντίστοιχα ζευγάρια στό: Ὅταν ξυπνήσουμε ἐμεῖς οἱ νεκροί, πρὶν ἔρθῃ τό «ἀποκαλυπτικό» τέλος. Ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ ἔργου δέν εἶναι καὶ τόσο εὔθυμη, ὅσο φαίνεται σὲ μιὰ πρώτη, ἀνυποψίαστη ἀνάγνωση· οἱ ἐπιλογὲς τῶν δυὸ τραγουδιῶν (τῆς Κάριν κ᾽ ἐκεῖνο τοῦ Ἕρικ καὶ τῆς Σβανβίντε -Β΄ πράξη) χαρακτηρίζονται ἀπὸ μιὰ μελαγχολία, σύστοιχη μὲ τὰ περισσότερα παραμύθια τοῦ Βορρᾶ. Ἐξίσου γλυκόπικρα κυλάει τὸ ἔργο ἀπ᾽ τὴν ἀρχὴ ὥς τὸ τέλος…

Γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ δράματος, βλ. ἐδῶ.

Ἂν ἤμουν ματαιόδοξος…

Ἂν ἤμουν ματαιόδοξος, θαὔρισκα τὴ θέση μου ἐξόχως ἐνδιαφέρουσα: νὰ σ᾽ ἔχουνε συστήσει ἤδη οἱ φίλοι σου πρίν ἀπ᾽ τὴν ἄφιξή σου…

Βῆμα-βῆμα…

Βῆμα-βῆμα σπᾶν οἱ πέτρες κι ἀνοίγεται τοῦ καλλιτέχνη ὁ δρόμος!..

Ἀπὸ τἩ νύχτα τ’ Ἁγιαννιοῦ, Πρόλογος

1852 – Ἐκπαιδευτικὸ ταξίδι καὶ «Ἡ Νύχτα τ’ Ἁγιαννιοῦ»

Ὁ Ἴψεν ταξίδεψε, γιὰ νὰ συμπληρώσῃ τὴ θεατρική του κατάρτιση, στὸ Ἁννόβερο, τὴν Κοπενχάγη καὶ τὴ Δρέσδη, ὅπου εἶδε σαιξπηρικὰ δράματα (Ἅμλετ, Βασιλιᾶ Λῆρ κ.ἄ.) κ᾽ ἔργα τοῦ Σκρίμπ. Κατὰ τὸ ταξίδι συνέλαβε τὴν ἰδέα γιὰ τἩ Νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ (καλοκαίρι 1852), μιὰ καλογραμμένη νεραϊδοκωμῳδία ποὺ ἐπίσης παρέλειψε στ᾽ Ἅπαντά του. Ἐντυπωσιάστηκε ἀπ᾽ τὴ Μαρία Μαγδαληνὴ τοῦ Χέμπελ (1843), τὸ πέρασμα ἀπ᾽ τὴν παλαιότερη ἀστικὴ τραγῳδία (bürgerliches Trauerspiel) στὸ κοινωνικὸ δρᾶμα ποὺ ἐπιγράφεται: Τραγῳδία σὲ τρεῖς πράξεις, καὶ κλείνει μὲ τὴ φράση: Δέν καταλαβαίνω πιὰ τὸν κόσμο! -ἕνα μοτίβο σύστοιχο μὲ τὸ τέλος τῆς Ἀγριόπαπιας.