Γιὰ τὴν ἡρωικὴ μπαλλάντα

[Τὸ ὑλικὸ λαμβάνεται ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ Ὄλαφ Λίλιεκρανς, ποὺ ἀκολουθεῖ τοὺς δρόμους τῆς ἡρωϊκῆς μπαλλάντας.]

kæmpevisen < kæmpevise < kæmpe (< ἀρχαιοσκ. kempa = πολεμιστής, πρβλ λατινικὸ campus) + vise (< ἀρχαισκ. vísa = στίχος, καθὼς καὶ στροφὴ στὴ σκαλδικὴ ποίηση), ὁ παραδοσιακὸς ὅρος γιὰ τὶς μεσαιωνικὲς ἡρωικὲς μπαλλάντες, ἐν χρήσει ἤδη ἀπὸ τὰ 1500.

Ἐκ τῶν Ρωμαντικῶν καὶ ἐντεῦθεν, τὸ σύνολο τῶν μπαλλαντῶν ἀναφέρονται ὡς: folkeviser < folk (= λαός) + vise, δηλαδὴ λαϊκὴ μπαλλάντα (συναντᾶται κι ὡς μεσαιωνικὴ λαϊκὴ μπαλλάντα ἢ ἁπλῶς μεσαιωνικὴ μπαλλάντα).

Οἱ λαϊκὲς μπαλλάντες, ὅπως ἀνευρίσκονται στὶς Σκανδιναβικὲς χῶρες διατυπωμένες στὶς γλῶσσες τῆς Βορειογερμανικῆς οἰκογένειας (Δανική, Ἰσλανδική, Νορβηγική, Σουηδική, Φαιροϊκή), συναποτελοῦν εἶδος προφορικῶς παραδιδομένων ᾀσμάτων, κάποτε σὲ ὁμοιοκαταληκτοῦντα ζεύγη, ἄλλοτε σὲ τετράστιχα μὲ πλεκτή, σύνθετη, καθὼς καὶ ἐπαναληπτικὴ ὁμοιοκαταληξία, ἀντλῶντας θεματολογία ἀπὸ τὸ ἀπόθεμα ἐκείνων τῶν λαῶν· χρησιμοποιοῦν δὲ λογοτυπικὲς ἐκφράσεις καὶ κοινοὺς τόπους στὴ σύνθεσή τους.

Παράδειγμα ἀνάλυσης ὁμοιοκαταληκτούντων σχημάτων ἀπὸ τὴν μπαλλάντα Olaf Liljukrans κατὰ τὴν ὀρθογραφία ποὺ διάβασε ὁ Ἴψεν στὴ συλλογὴ τοῦ Λάντσταντ (Νorske Folkeviser, σελ. 355):

1 Olaf han reið ivir rjóðe (→ 3)
Ὁ Ὄλαφ καβάλλα δρόμο τράβαγε πολύ
2 – með kvítari hand –, (→ 6, omkvæd = «ρεφραίν/ἐπῳδός»)
– τὸ χέρι βάζω στοίχημα –,
3 han vil til sit bryllaup bjóðe. (1 ←)
θέλει κόσμον αὐτὸς στὸ γάμο του νἀρθῇ.
4 Sá móð kem Olaf af elvo. (→ 8, omkvæd)
Ὄλαφ, νά θὰ συναντήσῃς ξωτικά.

5 Olaf han reið seg i ótte (→ 7)
Ὁ Ὄλαφ καβάλλα πάει πρὶν τὴ δύση
6 – með kvítari hand –, (2 ←)
– τὸ χέρι βάζω στοίχημα –,
7 ljóse dagin han totte. (5 ←)
ἤδη τὸ φῶς τῆς μέρας ἔχει σβήσει.
8 Sá móð kem Olaf af elvo. (4 ←)
Ὄλαφ, νά θὰ συναντήσῃς ξωτικά.

Νέα ἔκδοση: «Ὄλαφ Λίλιεκρανς»

ΟΛΑΦ (Θυμᾶται λόγια):
Ἀπ᾽ ὅσα μικροβότανα ποὺ στέκουν στὴ σειρά τους,
ἐσύ νὰ ξεδιαλέξῃς κεῖ τὸ πρῶτο σ᾽ ὀμορφάδα
καὶ νὰ μετρήσῃς βγάζοντας τὰ φύλλα ἕνα-ἕνα,
καὶ στὸν ἀγέρα μακριά νὰ τὰ σκορπίσῃς πέρα·
τότε,.. τότε λοιπὸν ἐσὺ θεναὔρῃς τὴ χαρά σου!
Α’ πράξη, σελ. 66.


Τὸ δρᾶμα τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν πρωτομεταφραζόμενο ἀπὸ τὴ Νορβηγικὴ μὲ ὑποσημειώσεις κατὰ τὴ ροὴ τοῦ κειμένου, βιογραφικὸ σημείωμα, στοιχεῖα γιὰ τὴν ἔκδοση καὶ τὴν παραστασιογραφία τοῦ ἔργου, ἀνάλυση τοῦ ἔργου, βιβλιογραφία, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν ὁ μέσος ἀναγνώστης, ὁ σκηνικὸς καλλιτέχνης κι ὁ εἰδικὸς μελετητής. Στὸ βιβλίο περιλαμβάνονται ὅλες οἱ συντάξεις τοῦ ἔργου σ’ ἕνα διάστημα 28 ἐτῶν, ὥστε ν’ ἀναδειχθῇ, μεταξὺ ἄλλων, ἡ σημασία του γιὰ τὸ συνολικὸ ἰψενικὸ σῶμα.

Μπορεῖτε νὰ τὸ προμηθευτῆτε στὸ ἠλεκτρονικὸ βιβλιοπωλεῖο τῶν Ἐκδόσεων Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.

Παρθένος…

Εἰρηνικὰ στεκόντουσαν τὰ πάντα ἐκειμέσα·
ἡ αὐγοῦλα γλυκοχάραξε· εἰχε δροσιὰ καὶ χάρη·
καὶ προσκυνῆσαν ἅπαντες -ἄντρες, γυναῖκες, ὅλοι.
Ψηλά-ψηλὰ καθότανε -παρθένος ἐστεκόταν
καὶ σάλπαρε σὲ σύγνεφα κατάσπρα πέρα πάνω·
λαμποκοποῦσε ἡ κεφαλὴ σὰν πορφυρὸ κι ἀπ᾽ αἷμα,
λαμποκοποῦσε ὡς οὐρανός, σὰν ξεκινάῃ ἡ μέρα.
Τὸ πρόσωπό της ξάστερο μὲ γαλανὴ τὴ ζώνη
καὶ ξωτικὸ πεντάμορφο στὴν ἀγκαλιά της εἶχε·
γύρω-τριγύρω πέταγαν μικρότατ᾽ ἀγγελάκια
ποὺ χαμογέλασαν ἐκεῖ, σὰ μ᾽ εἶδαν μπρὸς στὴ θύρα,
καθὼς γυρνούσανε ψηλὰ μές στῶν νεφῶν τὸ πλῆθος.

Ἀπὸ τὴ δεύτερη πράξη τῆς ἐπικείμενης ἔκδοσης
τοῦ Ὄλαφ Λίλιεκρανς, ποὺ πρωτομεταφράζεται
στὴν Ἑλληνικὴ ἀπὸ τὸ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλο.

Hedal madonna kopi.jpg
Ἄγαλμα τῆς Παρθένου Μαρίας μὲ τὸν Ἰησοῦ στὴν ξύλινη ἐκκλησία τοῦ Χένταλεν.

CC BY-SA 2.5, Lenke

Ἕνας λαός

[Ἀπὸ τὸ θεωρητικὸ κείμενο τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν: Γιὰ τὶς ἡρωικὲς μπαλλάντες καὶ τὴ σημασία τους ὡς πρὸς τὴν ἔντεχνη Ποίηση, μεταφρασμένο ἀπὸ τὸν Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλο γιὰ τὴν ἐπικείμενη ἔκδοση τοῦ Ὄλαφ Λίλιεκρανς.]

Ἕνας λαὸς δέν ὑποχρεώνεται νὰ γράψῃ ἢ νὰ τραγουδήσῃ μ’ αἰνίγματα καὶ σκοτεινὲς περιφράσεις, τῶν ὁποίων τὸ ὀρθὸ νόημα μπορεῖ σύντομα νὰ χαθῇ. Μιὰ καταπιεστικὴ λογοκρισία ἴσως δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα τὸν Τύπο, ἀλλὰ ποτέ της τὸν λαό.

J. S. Welhaven – Τὸ θαλασσοπούλι

[Μεταφρασμένο ἀπὸ τὸν Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλο τὸ ποίημα ποὺ ἀπετέλεσε πρῶτο ὑλικὸ γιὰ τὴν Ἀγριόπαπια τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν.]

Ἤρεμη μιὰ ἀγριόπαπια κολυμπάει
ψηλά κοντὰ στὴ στεριά.
Τὸ κυματάκι σκάει
στὴ λευκή της τὴν ποδιά.

Κυνηγὸς σκυφτὸς στὴ σκιά,
πά᾽ στὴν ἀπότομη πλαγιά,
γιὰ πλάκα ρίχνει μιά
στῆς πλάσης τὴν τόσην ὀμορφιά.

Τὸ πουλὶ πῶς νὰ φύγῃ
στὴ φωλιά του νὰ κρυφτῇ;..
Ποτέ της δὲ θὰ παραπονεθῇ
ὅσο κι ἂν βασανισθῇ.

Κ᾽ ἔτσι βουτάει σιωπηλά
στὸ σκότεινο τὸ φιὸρδ βαθιά.
Ἀποπάνω τὸ κύμα τὸ ψυχρὸ
μεμιᾶς σβήνει τὴν ὁδό.

Μές στῆς θάλασσας τὸν πάτο
μεγαλώνει φύκι ἀφράτο..-
κεικάτω τὰ βλέφαρα σφαλνᾶ,
πλάι στὰ ψάρια τὰ βουβά.