Ἔργο: Κατιλίνας: Δρᾶμα σὲ τρεῖς πράξεις.
Ἰδιότητα: σύζυγος τοῦ Λευκίου Κατιλίνα.
Ρήση: Ζῶ γιὰ νὰ γύρῃς στὸ στῆθος μου καὶ νὰ πεθάνῃς…
Ἔργο: Κατιλίνας: Δρᾶμα σὲ τρεῖς πράξεις.
Ἰδιότητα: σύζυγος τοῦ Λευκίου Κατιλίνα.
Ρήση: Ζῶ γιὰ νὰ γύρῃς στὸ στῆθος μου καὶ νὰ πεθάνῃς…
Ἔργο: Κατιλίνας: Δρᾶμα σὲ τρεῖς πράξεις.
Ἰδιότητα: Ρωμαῖος ἀριστοκράτης.
Ρήση: Ξύπνα, Κατιλίνα -σήκω! Ξύπνα καὶ φέρσου ἀντρίκια!
[Ἀπὸ τὸ δρᾶμα: Ὄλαφ Λίλιεκρανς τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν· μετάφραση Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.]
Πήγαινα καβάλλα στὸ λιβάδι, κάτω ποὺ τρέχει ὁ ποταμός..- ἦταν νύχτα, καὶ τὰ τραγούδια κ᾽ οἱ σκοποὶ παράξενα μὲ κύκλωναν…
Χάθηκα κι ἄφησα τὸ μονοπάτι μου -μάκρυνα -βαθιά, ἀνάμεσα στὰ βουνά, βρῆκα τὴν ὄμορφη κοιλάδα ποὺ πόδι δὲν εἶχε ξαναπατήσει καὶ μάτι δὲν τὴν εἶχε ξαναχαρῆ πρὶν ἀπὸ μένα… Βαρύς ὕπνος μὲ κατέλαβε, ἑνῷ οἱ ξωτικιὲς παῖζαν καὶ μὲ τραβῆξαν στὸ παιγνίδι τους…
Μὰ τότε ξύπνησα, καὶ λύπη εἶχε σκεπάσει τὸ λογισμό μου· γύρισα καβάλλα σπίτι, ἀλλὰ δέν μποροῦσα ἄλλο κεῖ νὰ μείνω· μοῦ φαινόταν σὰ ν᾽ ἄφησα πίσω μου τὴν πιό πλούσια, τὴν καλύτερη ζωή· καὶ σὰ νἆταν θησαυρὸς ἐκεῖ ἔνδοξος γιὰ μένα φυλαγμένος, ἂν τὸν ἔψαχνα καὶ τὸν εὕρισκα…
Ἔπρεπε ν᾽ ἀνέβω στὴν κοιλάδα, προτοῦ νὰ βρῶ εἰρήνη…
Ἦρθες καὶ μὲ συνάντησες ὄμορφη καὶ λαμπερὴ τότε· ἅρπαξα τὸ χέρι σου, σὲ κοίταξα στὰ μάτια -Γῆ καὶ Οὐράνια – ὁ Κόσμος ὅλος! – στεκόταν μές στὰ μάτια σου!.. Τότε λησμόνησα φίλους καὶ συγγενεῖς!..
Ξανάρθα τὴν ἄλλη νύχτα, σ᾽ ἀγκάλιασα ἀπ᾽ τὴ μέση, σ᾽ ἔσφιξα μές στὸ στῆθος μου -ἡ εὐλογία τ᾽ Οὐρανοῦ στὴν ἀγκαλιά σου μέσα…
Καὶ ξέχασα κ᾽ ἐγὼ βαφτιστικὸ καὶ σπίτι τῶν προγόνων…
Κ᾽ ἦρθα τὴν τρίτη τὴ νυχτιά – ἔπρεπε νἀρθῶ! –, σοῦ φίλησα τὰ κόκκινα χειλάκια καὶ τὸ βλέμμα μου βυθίστηκε στὴν ψυχή σου… Περισσότερα ἦταν κειμέσα ἀπ᾽ ὅλη τὴ δόξα τοῦ Κόσμου! Ξέχασα κι ἄλλο ἀπὸ Θεὸ καὶ σπίτι, κι ἄλλο ἀπὸ Γῆ καὶ Οὐράνια -ξέχασα τὸν ἑαυτό μου!
[Ἀπὸ τὴν τραγῳδία: Οἱ πολεμιστὲς στὸ Χέλγκελαντ τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν· μετάφραση Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.]
Χά, τί εὐτυχία νὰ κάθεσαι σὰ μάγισσα στὴν πλάτη φάλλαινας, μπροστὰ ἀπ᾽ τὴν πλώρη νὰ πηγαίνῃς, νὰ φέρνῃς τρικυμίες καὶ νὰ μαγεύῃς τοὺς ἄντρες καὶ μ᾽ ὄμορφα τραγούδια μαγικὰ νὰ τοὺς τραβᾷς στὰ βάθη!
[Ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ τραγῳδία: Ἡ λαίδη Ἴνγκερ τοῦ Ἔστρωτ τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν· μετάφραση Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.]
Στὰ βιβλία μου ἔχω διαβάσει τὴν πολύχρωμη ζωὴ στὶς μακρυνές τὶς χῶρες. Ἀκούγονται τὰ βούκινα, κ᾽ οἱ ἱππότες ὁρμᾶνε στὰ πράσινα δάση μὲ τὸ γεράκι τους πάνω στὸ χέρι. Ἀκόμα κ᾽ ἔτσι προχώρα ἐσὺ στὴ ζωή σου· τ᾽ ὄνομά σου θὰ φτάνῃ πρὶν ἀπὸ σένα ὅπου κι ἂν πηγαίνῃς… Ὅ,τι ἐπιθυμεῖς γιὰ νὰ δοξασθῇς, κάθεται σὰν τὸ γεράκι πάνω στὸ χέρι σου. Ἐγὼ ἤμουνα σὰν κ᾽ ἐκεῖνο τυφλὴ στὸ φῶς καὶ τὴ ζωή, ὡσότου μοῦ ᾽βγαλες τὸ κάλυμμα ἀπ᾽ τὰ μάτια καὶ μ᾽ ἄφησες νὰ πετάξω ψηλά πέρ᾽ ἀπ᾽ τὶς κορφὲς τῶν δέντρων…