Ἕνα πουλί…

ΓΚΡΕΓΚΕΡΣ: Ἕνα πουλὶ μέσα. Μὴ κ᾽ εἶναι πάπια;
ΕΚΝΤΑΛ: Προφανῶς κ᾽ εἶναι πάπια!
ΓΙΑΛΜΑΡ: Ἄλλα σὰν τί πάπια νομίζεις;..
ΧΕΝΤΒΙΓΚ: Δὲν εἶναι μιὰ συνηθισμένη πάπια…
ΓΚΡΕΓΚΕΡΣ: Οὔτε πάπια Βαρβαρίας.
ΕΚΝΤΑΛ: Ὄχι, κύριε… Βέρλε. Δέν εἶναι Βαρβαρίας,.. εἶναι μιὰ ἀγριόπαπια. Τὸ «πουλί», ποὺ λέτε σεῖς,.. εἶναι μιὰ ἀγριόπαπια. Ἡ δικιά μας ἀγριόπαπια, ἀγαπητέ μου.

Ἀπὸ τὴν Ἀγριόπαπια σὲ μετάφραση τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλο.

Ἀπὸ λόφους…

Ἀπὸ λόφους διάβαινα τόσον βαρὺς καὶ μόνος·
τὰ πουλάκια λέγανε κι ἀντιλαλοῦσε ὁ λόγγος·
λέγανε παμπόνηρα καὶ σιγοτραγουδοῦσαν
νὰ σταθῶ νὰ στοχασθῶ οἱ ἀγάπες πῶς ἀνθοῦσαν:

Χρόνους βελανιδιὰ ψηλώνει μὰ κι ἀντρειεύει,
σκέψεις τήνε θρέφουνε, καημός σὰν ὁρμηνεύῃ.
Εὔκολα φουντώνει αὐτὴ τὴ μοναχή στιγμοῦλα
καὶ ριζώνει μέσα κεῖ στὴν ἄμοιρη καρδοῦλα.

Ἀπὸ τἩ γιορτὴ στὸ Σούλχαουγκ, Α΄ πράξη,
σὲ μετάφρασι Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου
ἴδ. γιὰ τὴν ἔκδοσι τοῦ δράματος, ἐδῶ.

Γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Χὰνς Γκοῦντε, ἴδ. ἐδῶ.

Ἀπρόθυμα…

[Πρὸς τὸν Φοιτητικὸ Σύλλογο στὴν Κοπενχάγη (03/10/1885). Μετάφραση τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου. Ἀκολουθεῖται ἡ κριτικὴ ἔκδοση Henrik Ibsens Skrifter.]

Δέ σκοπεύω νὰ βγάλω κάνα λόγο, μὰ μόνο νὰ δηλώσω κάτι: Θὰ μείνω ἕνας «νεοφώτιστος» ὅσο ζῶ.

Ἀπρόθυμα πολύ ἀκούω τ’ ὄνομά μου ποὺ τόσο συχνὰ ἀναφέρεται. Ἐγὼ ἀποζητῶ συνέχεια τὴ μοναξιὰ καὶ νοιώθω πάντα μιὰν ὁρμὴ διαμαρτυρίας ὅταν προτάσσεται κλίμακα ἀξιολογικὴ γιὰ καλλιτέχνες καὶ ποιητὲς μὲ κίνητρο σὰν αὐτὸ ἐδῶ: Νά ποὺ στέκεται αὐτὸς καὶ πόσο μακρυά του οἱ ἄλλοι… Χάρη σὲ μένα προβάλλει μιὰ αὐτογνωσία. Ἂν ἡ ὕπαρξή μου, <ἡ παρουσία μου,> ἔχει κάποια σημασία, καταπὼς λέτε, τὴν ἔχει ἐπειδὴ ἐγὼ κοινωνῶ τὴν ἐποχή. Δὲν ἀνοίγεται ἄβυσσος ἀνάμεσα σ’ ὅποιον παράγει καὶ σ’ ὅποιον λαμβάνει. Κ’ οἱ δυό τους ἔρχονται σὲ κοινωνία· σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ ὅ,τι κοινωνήσαμε μές σὲ τοῦτο τὸν κύκλο.

Εἰς λεύκωμα συνθέτου

[Νορβηγικὸς τίτλος: I en komponists stambog. Γραμμένο στὸ λεύκωμα τοῦ Ἔντβαρ Γκρὴγκ τὸ 1866 -τότε εἰργάζετο στὸν Μπράντ. Μετάφρασι τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Orpheus slog med toner rene
Ὁ Ὀρφέας ἔβγαζε ἤχους μὲ καθάριους τόνους:
ånd i vilddyr, ild i stene.   
πνεῦμα μέσ’ στ’ ἄγρια θηρία, πῦρ στοὺς βράχους.

Stene har vort Norge nok af;
Ἔχει ἀπὸ βράχους ἀρκετοὺς ἡ Νορβηγία·
vilddyr har vi og en flok af.
περίσσεια ἔχουμε καὶ ἀπὸ ἄγρια θηρία.

Spil, så stenen spruder gnister!   
Παῖξε, ὥς ὅτου οἱ βράχοι νὰ σπιθοβολήσουν!
Spil, så dyrehammen brister!
Παῖξε, ὡς τῶν θηρίων οἱ σπηλιὲς νὰ τρίξουν!

Φραγκῖσκος φὸν Στούκ. Ὀρφεύς.

Ἀπὸ τὰ ἐσώτερα

[Ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ δράματος ποὺ ἐκτυλίσσεται στὴ Μεσαιωνικὴ Νορβηγία:]

Θέλησα μόνο νὰ διατυπώσω καὶ νὰ βεβαιώσω πὼς τὸ ὑπὸ ἐξέτασει θεατρικό, ὅπως κάθε ἄλλο ἀπ᾽ τὰ δραματικά μου ἔργα, εἶναι μιὰ φυσικὴ κι ἀναγκαία κατάληξη τῆς πορείας τοῦ βίου μου σὲ μιὰ συγκεκριμένη στιγμή· προέρχεται ἀπ᾽ τὰ ἐσώτερα κι ὄχι ἀπὸ κάποιαν ἐξωτερικὴ ἐπίδραση ἢ ἐπιρροή.

Γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ ἱστορικοῦ δράματος, βλ. ἐδῶ.