Παρακολουθήστε τὴν πρωτοχρονιάτικη ἀνάγνωση τοῦ μεταφραστῆ κ’ ἠθοποιοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου, ἀπὸ τὸ κανάλι τῶν ἐκδόσεων ΘΑΠ, κ’ ἐγγραφῆτε κιόλας, ὥστε νὰ ἐνημερώνεστε γιὰ τὴν ἀνάρτηση νέου ὑλικοῦ.
Παρακολουθήστε τὴν πρωτοχρονιάτικη ἀνάγνωση τοῦ μεταφραστῆ κ’ ἠθοποιοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου, ἀπὸ τὸ κανάλι τῶν ἐκδόσεων ΘΑΠ, κ’ ἐγγραφῆτε κιόλας, ὥστε νὰ ἐνημερώνεστε γιὰ τὴν ἀνάρτηση νέου ὑλικοῦ.
Τὴν Πρωτοχρονιὰ 01/01/2020, στὶς 20:00, μπορεῖτε ν’ ἀκούσετε τὴν ἀνάγνωση τοῦ ἰψενικοῦ ἀφηγηματικοῦ ποιήματος: Τέριε Βίγκεν, ἀπὸ τὸν μεταφραστή-ἠθοποιὸ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλο στὴν ἐκδήλωση τοῦ facebook:
https://www.facebook.com/events/388698735564635
Τὸ ποίημα θὰ ἐκδοθῇ πρωτομεταφραζόμενο ἀπὸ τὴ Νορβιγικὴ στὴ Σειρὰ Ἴψεν τῶν Ἐκδόσεων.
Ξέρεις ποῦ τὴν πρωτόειδα ἐγὼ νὰ περπατάῃ;:
Ἀπόγευμα, μὲ τὸ ἄτι μου, ἐρχόμουν ἀπ᾽ τὸ Γιούλβικ –
ἀλλά, σὰ νὰ μοῦ φαίνεται, γιορτή πὼς ἦταν τότε…
Εἶχε βαρύνει ὁ νοῦς πολύ καὶ ἡ καρδιὰ ματώσει!
Καὶ κάτι μὲ κατέτρωγε -τί νἆταν δὲ θυμᾶμαι.
Ἐκάλπαζα ὁλομόναχος πά᾽ στὴν πλαγιὰ τοῦ λόφου
καὶ τ᾽ ἄγρια μεσάνυχτα τὸ ποταμάκι ἐδιάβη·
ἐκεῖ σὰ ν᾽ ἄκουσα χορδὲς νὰ παίζουν μίας ἅρπας·
σὰν τραγουδάκι ἐρχότανε στοὺς κάμπους, τὰ λιβάδια·
σὰ γόητα ἦταν μουσικὴ μὲ λύπη νἄχῃ μέσα.
Ἐσταύρωσα τὰ χέρια μου – τὴν προσευχή μου πιάνω! –,
μὰ δέθηκεν ἡ γλῶσσα μου κ᾽ οἱ σκέψεις μου θολῶσαν·
οἱ νότες μὲ μαγέψανε -τὸ λογισμό μοῦ κλέψαν.
Τὴ μιά σὰ γέλιο ἀκούγονταν, τὴν ἄλλη ὁπως τὸ κλάμα –
τὴ μιὰ χαράν ἐσκόρπαγε, τὴν ἄλλη μοῦ φαινόταν
σὰ νἆταν λύπη μέγιστη ποὺ τὴν καρδιὰ συθλίβει,
σὰ νἆταν θλίψη τρομερὴ καὶ θάνατος ὁλοῦθε
μές στὸ σκοπὸν ποὺ γήτευε, κυλοῦσε, προχωροῦσε
καὶ σὰ νερό μὲ κύκλωνε κ᾽ ἐπιάνετο ἡ ἀνάσα!
Μυστήρια χάθηκε λοιπὸν ὁ λογισμὸς κι ὁ νοῦς μου –
λές καὶ συνάμα φοβερές κ᾽ εὐγενικές ἀντάμα
δυνάμεις ποὺ μὲ σέρνανε, στὸ λόφο μὲ πηγαῖναν.
Ἔπρεπε ᾽γὼ ν᾽ ἀνέβω κεῖ παρά τὴ βούλησή μου.
Κι ὅσ᾽ ὁ σκοπὸς συνέχιζε, ξεστράτισα τοῦ δρόμου
καὶ πόσο πέρα νἄφτασα ποῦ νὰ θυμᾶμαι τώρα;..
Τὸ ἄλογό μου στάθηκε καὶ βγῆκα ἀπὸ τὸν ὕπνο.
Ἐγὼ κοιτοῦσα ὁλόγυρα μὲ βλέμμα ὁλο ἀπορία·
μὰ τί ὀμορφιά, τί χάρη ἐκεῖ! Ὁμως, ὁ τόπος τοῦτος
ὁπὄφτασα καὶ γύριζα, ἀγνωστος μοῦ φαινόταν!
Σὲ κοιλάδα βρισκόμουνα..- σκιὲς μαζὶ γαλήνη
κ᾽ ἐκεῖ δροσοῦλα στάλαζε παντοῦ στὸ μέρος πάνω!
Τὸ φεγγαράκιν ἔπαιζε μές στὸ νερὸ τῆς λίμνης·
καθὼς χαμογελοῦσε αὐτό, ὅπως χανόταν πέρα,
τὸ κυματάκι δίπλωνε κι ἀντιλαλοῦσε ὁ ἦχος!
Μαζὶ καὶ νοῦς καὶ κεφαλὴ στοὺς ὤμους βαριοστέκαν –
ἂχ πόσο τὄθελα ναὐρῶ λιγο νὰ ξαποστάσω·
ἐκεῖ σὲ φλαμουριὰ λοιπὸν ἐστρώθην ἀποκάτω
στοῦ δάσους μές τὸν ψίθυρο καὶ τὴ γλυκειὰν ἀνάσα!
Ἔτσι μπῆκα μές στὸ χορὸ κ᾽ ἐγὼ τὸν ξωτικίσιο·
ἡ πιό ὀμορφη μοῦ φόρεσε στεφάνι ὁλο φτειαγμένο
ἀπὸ λουλούδια γαλανὰ καὶ κρίνα ποὖν᾽ κατάσπρα.
Μές στὴν ψυχή μὲ τρύπησε τὸ βλέμμα της ἐκεῖνο·
μέσα στ᾽ ἀφτὶ ψιθύρισε καὶ γρίφους ἀφουγκράσθην·
αὐτὰ δὲ θὰ τὰ βγάλω ἐγὼ ποτέ μου ἀπὸ τὴ μνήμη:
Ὄλαφ Λίλιεκρανς, ξέρεις σύ χαρά ποῦ μεγαλώνει;
Ἀλήθεια ξέρεις σύ γιὰ σέ, εἰρήνη πότε θαὔρῃς;
Ἀπ᾽ ὅσα μικροβότανα ποὺ στέκουν στὴ σειρά τους,
ἐσύ νὰ ξεδιαλέξῃς κεῖ τὸ πρῶτο σ᾽ ὀμορφάδα
καὶ νὰ μετρήσῃς βγάζοντας τὰ φύλλα ἕνα-ἕνα
καὶ στὸν ἀγέρα μακριά νὰ τὰ σκορπίσῃς πέρα·
τότε,.. πρῶτα λοιπὸν ἐσὺ θεναὔρῃς τὴ χαρά σου!
Ἀπὸ τοὺς Πολεμιστὲς στὸ Χέλγκελαντ:
ΓΙΕΡΝΤΙΣ: Θὰ δῇς ἐδῶ πράγματα, ποὺ δέν τἄχεις ματαδεῖ στὸ βασιλικὸ παλάτι τῆς Ἀγγλίας· θἄμαστε μαζὶ σὰν ἀδερφές, ὅπως τότε ποὺ μὲ φιλοξενοῦσες ἐσύ· κάτω στὴ θάλασσα θὰ πηγαίνουμε, ὄταν θὰ ξαναρχίζῃ ἡ καταιγίδα· ἐσὺ θὰ βλέπῃς τὰ κύματα νὰ ὁρμᾶνε στὴν ἀκτὴν σὰν ἄγρια ἄλογα μὲ τὶς ἄσπρες χαῖτες τους,.. κ᾽ ἔξω πέρα θἆναι οἱ φάλλαινες!: Πηγαίνει ἡ μιὰ πάνω στὴν ἄλλη, σὰν πολεμιστὲς στὸ ἀτσάλι ὅλο ντυμένοι! Χά, τί εὐτυχία νὰ κάθεσαι σὰ μάγισσα στὴν πλάτη φάλλαινας, μπροστὰ ἀπ᾽ τὴν πλώρη νὰ πηγαίνῃς, νὰ φέρνῃς τρικυμίες καὶ νὰ μαγεύῃς τοὺς ἄντρες καὶ μ᾽ ὄμορφα τραγούδια μαγικὰ νὰ τοὺς τραβᾷς στὰ βάθη!
[Ἀπὸ τὸ βιβλίο Georg Brandes, Henrik Ibsen, Gyldendalske Boghandels Forlag, Kjøbenhavn 1898, σελ. 9-10, κατὰ μετάφρασιν τοῦ Θεοδόδη Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]
Ὁ Ἑρρῖκος Ἴψεν δέν εἶναι χαρούμενος ποιητής. Ἕνας χαρούμενος ποιητὴς νωρίς, ἂν ὄχι ἀμέσως, εὑρίσκει ἐντός του ἕνα περιεχόμενο, ἕνα περιεχόμενο νέων θεμάτων, μιᾶς ὤμορφης καὶ καθαρῆς ἐκφράσεως ὅλων ὅσα δύναται νὰ ἐκφράσῃ κατὰ τὴν συγκεκριμένην φάσιν τῆς ἐξελικτικῆς του πορείας. Τοιοῦτος ποιητὴς πιθανὸν θὰ παραγάγῃ κατὰ τὸ διάβα τοῦ χρόνου σημαντικώτερα ἔργα ἀπὸ τὸ πρῶτο καί, ἀναλόγως τῆς προόδου τῆς σκέψεώς του, θὰ φανῇ συχνὰ ἱκανὸς ν᾽ ἀλλάξῃ τὴν μορφὴ ἢ τὸ ὕφος τῆς τέχνης του· ἀλλὰ κάθε του ἔργο θὰ εἶναι τέλειο κατὰ τὸ εἶδος του, καὶ ὅλα των – παρὰ τὶς διαφορές – θὰ ἔχουν δύο κοινὰ σημεῖα: τὸ ἀποτύπωμα τοῦ ὡραίου κ᾽ ἐκεῖνο τοῦ ἰδίου τοῦ πνεύματός του. Δέν συμβαίνει τοῦτο στὰ θεατρικὰ ἔργα τοῦ Ἴψεν καὶ στὰ ποιήματά του. Ἐκκινεῖ ἐπανειλημμένως – κάθε φορά – ὡς νὰ ἔτρεχε πρὶν ἀπὸ τὸ ἅλμα ποὺ θὰ τὸν ἔφερε στὴν Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας· ὅμως, γιὰ πολύ καιρὸ φαίνεται ὡς ἂν τὸ ἅλμα δὲν θὰ ἐπιχειρηθῇ ποτέ. Ἡ ἰδιοφυΐα του δέν ἠρεμεῖ· συστρέφεται ὡσὰν ἄρρωστο, ἀκάματο παιδί· κάποτε ἀναζητεῖ ἀνάμεσον τῶν ὀνείρων καὶ τῶν σκέψεων, ἀλλὰ δέν τὰ θεωρεῖ ἐκεῖνα ἀρκετὰ εὐκρινῆ ἢ ἱκανὰ νὰ προβοῦν ἀπογυμνωμένα στὴν ζωντάνια τους· ἄλλοτε ἀναζητεῖ κ᾽ εὑρίσκει ἀψεγάδιαστο ὕφασμα, καλύπτεται μὲ κεῖνο, ὥστε νὰ καταστῇ ἀγνώριστος σχεδόν· ἀποζητεῖ ὕφος -ὄχι, κάτι περισσότερο: γλῶσσα· ἔπειτα παραιτεῖται ἐξ ὅσων ἀνεκάλυψε, συνειδητοποιεῖ ὅτι οἱοδήποτε δάνειο εἶναι πλήρης ζημία καὶ μοχθεῖ, ἕως ὅτου εὕρῃ ἑαυτόν ἐν τέλει.