Ἄρθρα

Τί κρίμα

Ἀπὸ τν ἀγριόπαπια τοῦ Ερρίκου Ἴψεν, μετάφρασι-σχολιασμός: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐκδόσεις ΘΑΠ, γ΄ ἔκδοση, Ἀθήνα 2019, Παράρτημα, σελ. 215:

Τί κρίμα ποὺ τὶς καλύτερες μας σκέψεις τὶς ἔχουνε συλλάβει τὰ χειρότερα καθάρματα!

Βασιλικὴ ἔνδεια

Ἀπὸ τοὺς Μνηστῆρας τοῦ θρόνου τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν, μετάφρασι-σχολιασμός: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐκδόσεις ΘΑΠ, Ἀθήνα 2021, σελ. 167:

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΣΚΟΥΛΕ: Ἑκατὸ ἔξυπνες κεφαλές, χιλιάδες ὡπλισμένα χέρια διοικῶ ἐγώ, ἀλλὰ οὔτε ἕνα μὲ ἀγαπητική, πιστὴ καρδιά. Αὐτό εἶναι ἡ βασιλικὴ ἔνδεια -τίποτε ὀλιγώτερο, τίποτε περισσότερο.

Στητὸς σ’ τοῦ κουπιοῦ τὸ μῆκος

Ἀπὸ τὸν Τέριε Βίγκεν τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν, μετάφρασι-σχολιασμός: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, σελ. 63:

Στητός ἐμεινε ὁ Τέριε -σ’ τοῦ κουπιοῦ τὸ μῆκος,
εὐθυτενὴς καθὼς παληὰ στὰ νιάτα·
κιόλας τὰ μάτια ἀνήμερη φωτιὰ πετοῦσαν,
σὰν ὁ ἄνεμος φυσοῦσε τὰ μαλλιά του.
Ἄνετα ἔπλεες μὲ τὴ μεγάλη σου κορβέττα –
κοπηλατοῦσα στὸ μικρὸ σκαρί μου·
ἐγὼ γιὰ τοὺς δικούς μου κόπιαζα ὥς θανάτου –
σὺ πῆρες τὸ ψωμί τους μ’ εὐκολία πόση
χλευάζοντας τὰ δάκρυα τὰ πικρά μου.

Πολεμιστές

Ἀπὸ τοὺς Πολεμιστὲς στὸ Χέλγκελαντ, μετάφρασι-σχολιασμός: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐκδόσεις ΘΑΠ, Ἀθήνα 2020, σελ. 35, ὑπ. 19.

Πρωτότυπο: hærmænd-ene < ἀρχαισκανδιναυικὸ hermaðr < her (= στρατός) + maðr (= ἄνδρας), δηλαδὴ ἄνδρας τοῦ στρατοῦ, πολεμιστής· γενικώτερα μὲ τὴν ἑξῆς ἐπ’ ἴσης ἔννοια: ἀνδρειωμένος/παλληκάρι. Κατὰ τοῦτο μεταφράζει ἡ Klingenfeld στὰ Γερμανικά: Die Helden (= ἥρωες, κοντινὴ ἀπόδοσι μὲ τὰ παλληκάρια) auf Helgeland (μᾶλλον ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἡ πρώτη ἀπόδοσι τοῦ τίτλου στὴν Ἑλληνικὴ ἀπὸ τὸν Ντιτζόρτζιο τὸ 1939), ἐν ᾧ ὁ W. Archer ἀνάγεται στὸ ἀρχαιοσκανδιναυικὸ πλαίσιο: The Vikings at Helgeland· ὅμως, στὸ ἔργο οἱ λέξεις hærmændene καὶ vikinger δέν λειτουργοῦν πάντα ἐναλλάξιμα. Ἀπεφασίσθη ἐδῶ, λοιπόν, καί ἡ ἐτυμολογικῶς ἀκριβὴς ἀπόδοσι. Ἡ ἴδια ἡ χρήσι ἀποτελεῖ ἀρχαϊσμό· θ᾽ ἀνέμενε κάποιος τὴν λέξι: krigerne στὴν θέσι της.

Τὸν νεκρό…

Ἀπὸ τὸν Ὄλαφ Λίλιεκρανς τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν, μετάφρασι-σχολιασμός: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐκδόσεις ΘΑΠ, Ἀθήνα 2020, σελ. 95.

Τὸν νεκρὸ τόνε φέρνω
μὲ θλίψη γιὰ τὸν τάφο·
στὰ σκουλήκια τόνε δίνω –
στὸ χῶμα κεῖθε κάτω.

Βαρύ γιὰ μᾶς φορτίο.
Μὲ πένθος τραγουδᾶμε.
Τὸ ἀγόρι στὸ κυτίο
βόλτα στερνή τὸ πᾶμε!