fbpx

Καμπάνες καὶ φτεροῦγα!

Ἀπὸ τὸν σχολιασμὸ στὸν Ὄλαφ Λίλιεκρανς, μετάφραση-σχολιασμός: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐκδόσεις ΘΑΠ, Ἀθήνα 2021, σελ. 91, ὑπ. 71:

Βλέπεις κεῖνο τὸ σπιτικό; Καμπάνες καὶ φτεροῦγα!

Fløi: Ἀνεμοδείκτης στὸ κωδωνοστάσιο, συνήθως στὸ σχῆμα τῆς πλώρης τοῦ πλοίου τῶν Βίκινγκς ποὺ περιλαμβάνεται καὶ διακοσμητικῶς στὶς νορβηγικὲς ξύλινες ἐκκλησίες (stavkirker).

Stavkikre στὸ Λάρνταλ (δυτικὴ Νορβηγία).

Ξέχασα…

[Ἀπὸ τὸ δρᾶμα: Ὄλαφ Λίλιεκρανς τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν· μετάφραση Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.]

Πήγαινα καβάλλα στὸ λιβάδι, κάτω ποὺ τρέχει ὁ ποταμός..- ἦταν νύχτα, καὶ τὰ τραγούδια κ᾽ οἱ σκοποὶ παράξενα μὲ κύκλωναν…

Χάθηκα κι ἄφησα τὸ μονοπάτι μου -μάκρυνα -βαθιά, ἀνάμεσα στὰ βουνά, βρῆκα τὴν ὄμορφη κοιλάδα ποὺ πόδι δὲν εἶχε ξαναπατήσει καὶ μάτι δὲν τὴν εἶχε ξαναχαρῆ πρὶν ἀπὸ μένα… Βαρύς ὕπνος μὲ κατέλαβε, ἑνῷ οἱ ξωτικιὲς παῖζαν καὶ μὲ τραβῆξαν στὸ παιγνίδι τους…

Μὰ τότε ξύπνησα, καὶ λύπη εἶχε σκεπάσει τὸ λογισμό μου· γύρισα καβάλλα σπίτι, ἀλλὰ δέν μποροῦσα ἄλλο κεῖ νὰ μείνω· μοῦ φαινόταν σὰ ν᾽ ἄφησα πίσω μου τὴν πιό πλούσια, τὴν καλύτερη ζωή· καὶ σὰ νἆταν θησαυρὸς ἐκεῖ ἔνδοξος γιὰ μένα φυλαγμένος, ἂν τὸν ἔψαχνα καὶ τὸν εὕρισκα…

Ἔπρεπε ν᾽ ἀνέβω στὴν κοιλάδα, προτοῦ νὰ βρῶ εἰρήνη…

Ἦρθες καὶ μὲ συνάντησες ὄμορφη καὶ λαμπερὴ τότε· ἅρπαξα τὸ χέρι σου, σὲ κοίταξα στὰ μάτια -Γῆ καὶ Οὐράνια – ὁ Κόσμος ὅλος! – στεκόταν μές στὰ μάτια σου!.. Τότε λησμόνησα φίλους καὶ συγγενεῖς!..

Ξανάρθα τὴν ἄλλη νύχτα, σ᾽ ἀγκάλιασα ἀπ᾽ τὴ μέση, σ᾽ ἔσφιξα μές στὸ στῆθος μου -ἡ εὐλογία τ᾽ Οὐρανοῦ στὴν ἀγκαλιά σου μέσα…

Καὶ ξέχασα κ᾽ ἐγὼ βαφτιστικὸ καὶ σπίτι τῶν προγόνων…

Κ᾽ ἦρθα τὴν τρίτη τὴ νυχτιά – ἔπρεπε νἀρθῶ! –, σοῦ φίλησα τὰ κόκκινα χειλάκια καὶ τὸ βλέμμα μου βυθίστηκε στὴν ψυχή σου… Περισσότερα ἦταν κειμέσα ἀπ᾽ ὅλη τὴ δόξα τοῦ Κόσμου! Ξέχασα κι ἄλλο ἀπὸ Θεὸ καὶ σπίτι, κι ἄλλο ἀπὸ Γῆ καὶ Οὐράνια -ξέχασα τὸν ἑαυτό μου!

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.

Ἐξομολόγηση

Ἀπὸ τὸν Ὄλαφ Λίλιεκρανς:

Διαβάζει ὁ μεταφραστής-ἠθοποιὸς Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.

Ξέρεις ποῦ τὴν πρωτόειδα ἐγὼ νὰ περπατάῃ;:
Ἀπόγευμα, μὲ τὸ ἄτι μου, ἐρχόμουν ἀπ᾽ τὸ Γιούλβικ –
ἀλλά, σὰ νὰ μοῦ φαίνεται, γιορτή πὼς ἦταν τότε…
Εἶχε βαρύνει ὁ νοῦς πολύ καὶ ἡ καρδιὰ ματώσει!
Καὶ κάτι μὲ κατέτρωγε -τί νἆταν δὲ θυμᾶμαι.
Ἐκάλπαζα ὁλομόναχος πά᾽ στὴν πλαγιὰ τοῦ λόφου
καὶ τ᾽ ἄγρια μεσάνυχτα τὸ ποταμάκι ἐδιάβη·
ἐκεῖ σὰ ν᾽ ἄκουσα χορδὲς νὰ παίζουν μίας ἅρπας·
σὰν τραγουδάκι ἐρχότανε στοὺς κάμπους, τὰ λιβάδια·
σὰ γόητα ἦταν μουσικὴ μὲ λύπη νἄχῃ μέσα.
Ἐσταύρωσα τὰ χέρια μου – τὴν προσευχή μου πιάνω! –,
μὰ δέθηκεν ἡ γλῶσσα μου κ᾽ οἱ σκέψεις μου θολῶσαν·
οἱ νότες μὲ μαγέψανε -τὸ λογισμό μοῦ κλέψαν.
Τὴ μιά σὰ γέλιο ἀκούγονταν, τὴν ἄλλη ὁπως τὸ κλάμα –
τὴ μιὰ χαράν ἐσκόρπαγε, τὴν ἄλλη μοῦ φαινόταν
σὰ νἆταν λύπη μέγιστη ποὺ τὴν καρδιὰ συθλίβει,
σὰ νἆταν θλίψη τρομερὴ καὶ θάνατος ὁλοῦθε
μές στὸ σκοπὸν ποὺ γήτευε, κυλοῦσε, προχωροῦσε
καὶ σὰ νερό μὲ κύκλωνε κ᾽ ἐπιάνετο ἡ ἀνάσα!
Μυστήρια χάθηκε λοιπὸν ὁ λογισμὸς κι ὁ νοῦς μου –
λές καὶ συνάμα φοβερές κ᾽ εὐγενικές ἀντάμα
δυνάμεις ποὺ μὲ σέρνανε, στὸ λόφο μὲ πηγαῖναν.
Ἔπρεπε ᾽γὼ ν᾽ ἀνέβω κεῖ παρά τὴ βούλησή μου.
Κι ὅσ᾽ ὁ σκοπὸς συνέχιζε, ξεστράτισα τοῦ δρόμου
καὶ πόσο πέρα νἄφτασα ποῦ νὰ θυμᾶμαι τώρα;..
Τὸ ἄλογό μου στάθηκε καὶ βγῆκα ἀπὸ τὸν ὕπνο.
Ἐγὼ κοιτοῦσα ὁλόγυρα μὲ βλέμμα ὁλο ἀπορία·
μὰ τί ὀμορφιά, τί χάρη ἐκεῖ! Ὁμως, ὁ τόπος τοῦτος
ὁπὄφτασα καὶ γύριζα, ἀγνωστος μοῦ φαινόταν!
Σὲ κοιλάδα βρισκόμουνα..- σκιὲς μαζὶ γαλήνη
κ᾽ ἐκεῖ δροσοῦλα στάλαζε παντοῦ στὸ μέρος πάνω!
Τὸ φεγγαράκιν ἔπαιζε μές στὸ νερὸ τῆς λίμνης·
καθὼς χαμογελοῦσε αὐτό, ὅπως χανόταν πέρα,
τὸ κυματάκι δίπλωνε κι ἀντιλαλοῦσε ὁ ἦχος!
Μαζὶ καὶ νοῦς καὶ κεφαλὴ στοὺς ὤμους βαριοστέκαν –
ἂχ πόσο τὄθελα ναὐρῶ λιγο νὰ ξαποστάσω·
ἐκεῖ σὲ φλαμουριὰ λοιπὸν ἐστρώθην ἀποκάτω
στοῦ δάσους μές τὸν ψίθυρο καὶ τὴ γλυκειὰν ἀνάσα!
Ἔτσι μπῆκα μές στὸ χορὸ κ᾽ ἐγὼ τὸν ξωτικίσιο·
ἡ πιό ὀμορφη μοῦ φόρεσε στεφάνι ὁλο φτειαγμένο
ἀπὸ λουλούδια γαλανὰ καὶ κρίνα ποὖν᾽ κατάσπρα.
Μές στὴν ψυχή μὲ τρύπησε τὸ βλέμμα της ἐκεῖνο·
μέσα στ᾽ ἀφτὶ ψιθύρισε καὶ γρίφους ἀφουγκράσθην·
αὐτὰ δὲ θὰ τὰ βγάλω ἐγὼ ποτέ μου ἀπὸ τὴ μνήμη:
Ὄλαφ Λίλιεκρανς, ξέρεις σύ χαρά ποῦ μεγαλώνει;
Ἀλήθεια ξέρεις σύ γιὰ σέ, εἰρήνη πότε θαὔρῃς;
Ἀπ᾽ ὅσα μικροβότανα ποὺ στέκουν στὴ σειρά τους,
ἐσύ νὰ ξεδιαλέξῃς κεῖ τὸ πρῶτο σ᾽ ὀμορφάδα
καὶ νὰ μετρήσῃς βγάζοντας τὰ φύλλα ἕνα-ἕνα
καὶ στὸν ἀγέρα μακριά νὰ τὰ σκορπίσῃς πέρα·
τότε,.. πρῶτα λοιπὸν ἐσὺ θεναὔρῃς τὴ χαρά σου!

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.



Ὄλαφ Λίλιεκρανς

Τίτλος πρωτοτύπου: Olaf Liljekrans: Skuespil i tre akter.
Εἶδος: Ποιητικὸ δρᾶμα.
Πρώτη παράσταση: 02/01/1857 (Θέατρο τοῦ Μπέργκεν).
Ἔτος πρώτης ἔκδοσης πρωτοτύπου: 1902.
Ἔτος πρώτης μετάφρασης: 1903 (Γερμανικά).
Τόπος τῆς πλοκῆς: Νορβηγία.
Ἐποχὴ τῆς πλοκῆς: Μετὰ τὸν Μαῦρο Θάνατο τοῦ 1349.
Σημαντικώτερο δραματουργικὸ ὑλικό: Νορβηγικὲς λαϊκές (ἡρωικές) μπαλλάντες.
Πρόσωπα τοῦ ἔργου: ΛΑΙΔΗ ἼΝΓΚΕΡ ΛΊΛΙΕΚΡΑΝΣ, ὌΛΑΦ ΛΙΛΙΕΚΡΑΝΣ, ἌΡΝΕ τοῦ ΓΙΟΎΛΒΙΚ, ἼΝΓΚΕΜΠΟΡΓΚ, ΧΈΜΜΙΝΓΚ, ΘΏΡΓΙΕΡ, ἌΛΦΧΙΛΝΤ, ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ στὸν γάμο, ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ τοῦ ΑΡΝΕ τοῦ ΓΙΟΥΛΒΙΚ, ΥΠΗΡΕΤΡΙΕΣ καὶ ΥΠΗΡΕΤΕΣ τῆς ΛΑΙΔΗΣ ΚΙΡΣΤΕΝ, ΧΩΡΙΚΟΙ.
Ἔκταση: Τρίπρακτο.
Εἰσαγωγὴ τῆς πλοκῆς: Ὁ ἀριστοκρατικὸς γόνος ΟΛΑΦ ΛΙΛΙΕΚΡΑΝΣ, ἤδη ἀρραβωνιασμένος μὲ τὴν ΙΝΓΚΕΜΠΟΡΓΚ, τὴν κόρη τοῦ πλούσιου ΑΡΝΕ, γνωρίζει πρὶν ἀπ’ τὸ γάμο του μιὰ νεαρὴ ξωτικιά, μαγεύεται ἀπ’ αὐτή, τὴν ἐρωτεύεται καὶ χάνεται στὰ βουνά. Ἡ μητέρα του ΚΙΡΣΤΕΝ, καθὼς τὸν ἀναζητεῖ, συναντᾷ τοὺς ἐπισκέπτες ἀπ’ τὸ γειτονικὸ Γιούλβικ μὲ τὸν ΑΡΝΕ πρῶτον, ὅπως ἔρχονται κεῖνοι γιὰ νὰ παραστοῦν στὸν ἐπικείμενο γάμο…

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.

Ἀπὸ τὴν ἀνάλυση τοῦ «Ὄλαφ Λίλιεκρανς»

[ Ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ Ὄλαφ Λίλιεκρανς.]

Ἡ κεκτημένη τεχνικὴ καὶ ἡ ἐν γένει ἱκανότητα τοῦ νεαροῦ δραματουργοῦ καὶ ποιητῆ παράγουν στίχους ἐπιγραμματικῆς ἐνάργειας καὶ πυκνότητας:

Ἐσταύρωσα τὰ χέρια μου – τὴν προσευχή μου πιάνω! –,
μὰ δέθηκεν ἡ γλῶσσα μου κ᾽ οἱ σκέψεις μου θολῶσαν·
οἱ νότες μὲ μαγέψανε -τὸ λογισμό μοῦ κλέψαν.
Τὴ μιά σὰ γέλιο ἀκούγονταν, τὴν ἄλλη ὁπως τὸ κλάμα –
τὴ μιὰ χαράν ἐσκόρπαγε, τὴν ἄλλη μοῦ φαινόταν
σὰ νἆταν λύπη μέγιστη ποὺ τὴν καρδιὰ συθλίβει,
σὰ νἆταν θλίψη τρομερὴ καὶ θάνατος ὁλοῦθε
μές στὸ σκοπὸν ποὺ γήτευε, κυλοῦσε, προχωροῦσε
κι ὡς ρεῦμα μὲ κατέκλυζε κ᾽ ἐπιάνετο ἡ ἀνάσα!

Α΄ πράξη, σελ. 65.

Πολλοί ἐχουνε σπαθὶ σωστὸ καὶ καλοζυγιασμένο,
ἀλλὰ ἡ λεπίδα σκούριασε καὶ στόμωσεν ἡ κόψη·
πολλοί τὴν ἅρπαν ἔχουνε νὰ κρέμεται στοὺς τοίχους
λησμονημένη σὲ γωνιά, ἀδιάφορη στοὺς πάντες,
κι ὅμως τοῦ Κόσμου ἡ δύναμη καὶ ἡ μαγεία ὅλη
κοιμοῦνται μέσα στὶς χορδὲς καὶ σιγοαναδεύουν.

Α΄ πράξη, σελ. 68.

Κάθισες θερινὴ νυχτιὰ σὲ λίμνη ἐρημωμένη
ποὺ νἄχῃ τόσο βάθος κεῖ τὸν πάτο νὰ μή βλέπῃς;
Τὸ φῶς τῶν ἄστρων νὰ θωρῇς νὰ λάμπῃ στὸ νεράκι –
τὰ μάτια ἐτοῦτα τὰ σοφὰ περσότερα ποὺ ξέρουν
νὰ ποῦν, νὰ ξεστομίσουνε ἀπ᾽ ὅτι χίλιες γλῶσσες;..
Ἐγὼ συχνὰ καθόμουνα ν᾽ ἁρπάξω μὲ τὰ χέρια
στὸ βάθος σὰν τρεμόπαιζαν τὰ πάντα ἐκεικάτω·
καὶ νὰ τὰ πιάσω ἐκεῖ μεμιᾶς καθὼς κοντά μου βαῖναν·
μὰ θόλωναν καὶ χάνονταν σὰ μάτια ἀπὸ τὸ κλάμα,
καὶ μάταια ὅλο τἄψαχνα καὶ μάταια προσπαθοῦσα…

Α΄ πράξη, σελ. 76.

Ἂχ πίστευα καὶ νόμιζα γιὰ πλούσια τὴ ζωή μου!
Μὰ τίποτες ἀληθινό -ὁλα τους πλάσμα ἀπάτης,
ὅλα τους μόνο μιὰ ψευτιά -παγίδας ἦταν ψεύδη.
Τίποτα δὲν ἀγγίζεται -δὲν πιάνεται μὲ χέρια·
τίποτα δὲ διακρίνεται μὲ μάτια ξυπνημένα·
τίποτα δὲ στεριώνει κεῖ, σὰν τὄχουμε γνωρίσει!

Γ΄ πράξη, σελ. 145.