fbpx

Ἐξομολόγηση

Ἀπὸ τὸν Ὄλαφ Λίλιεκρανς:

Διαβάζει ὁ μεταφραστής-ἠθοποιὸς Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.

Ξέρεις ποῦ τὴν πρωτόειδα ἐγὼ νὰ περπατάῃ;:
Ἀπόγευμα, μὲ τὸ ἄτι μου, ἐρχόμουν ἀπ᾽ τὸ Γιούλβικ –
ἀλλά, σὰ νὰ μοῦ φαίνεται, γιορτή πὼς ἦταν τότε…
Εἶχε βαρύνει ὁ νοῦς πολύ καὶ ἡ καρδιὰ ματώσει!
Καὶ κάτι μὲ κατέτρωγε -τί νἆταν δὲ θυμᾶμαι.
Ἐκάλπαζα ὁλομόναχος πά᾽ στὴν πλαγιὰ τοῦ λόφου
καὶ τ᾽ ἄγρια μεσάνυχτα τὸ ποταμάκι ἐδιάβη·
ἐκεῖ σὰ ν᾽ ἄκουσα χορδὲς νὰ παίζουν μίας ἅρπας·
σὰν τραγουδάκι ἐρχότανε στοὺς κάμπους, τὰ λιβάδια·
σὰ γόητα ἦταν μουσικὴ μὲ λύπη νἄχῃ μέσα.
Ἐσταύρωσα τὰ χέρια μου – τὴν προσευχή μου πιάνω! –,
μὰ δέθηκεν ἡ γλῶσσα μου κ᾽ οἱ σκέψεις μου θολῶσαν·
οἱ νότες μὲ μαγέψανε -τὸ λογισμό μοῦ κλέψαν.
Τὴ μιά σὰ γέλιο ἀκούγονταν, τὴν ἄλλη ὁπως τὸ κλάμα –
τὴ μιὰ χαράν ἐσκόρπαγε, τὴν ἄλλη μοῦ φαινόταν
σὰ νἆταν λύπη μέγιστη ποὺ τὴν καρδιὰ συθλίβει,
σὰ νἆταν θλίψη τρομερὴ καὶ θάνατος ὁλοῦθε
μές στὸ σκοπὸν ποὺ γήτευε, κυλοῦσε, προχωροῦσε
καὶ σὰ νερό μὲ κύκλωνε κ᾽ ἐπιάνετο ἡ ἀνάσα!
Μυστήρια χάθηκε λοιπὸν ὁ λογισμὸς κι ὁ νοῦς μου –
λές καὶ συνάμα φοβερές κ᾽ εὐγενικές ἀντάμα
δυνάμεις ποὺ μὲ σέρνανε, στὸ λόφο μὲ πηγαῖναν.
Ἔπρεπε ᾽γὼ ν᾽ ἀνέβω κεῖ παρά τὴ βούλησή μου.
Κι ὅσ᾽ ὁ σκοπὸς συνέχιζε, ξεστράτισα τοῦ δρόμου
καὶ πόσο πέρα νἄφτασα ποῦ νὰ θυμᾶμαι τώρα;..
Τὸ ἄλογό μου στάθηκε καὶ βγῆκα ἀπὸ τὸν ὕπνο.
Ἐγὼ κοιτοῦσα ὁλόγυρα μὲ βλέμμα ὁλο ἀπορία·
μὰ τί ὀμορφιά, τί χάρη ἐκεῖ! Ὁμως, ὁ τόπος τοῦτος
ὁπὄφτασα καὶ γύριζα, ἀγνωστος μοῦ φαινόταν!
Σὲ κοιλάδα βρισκόμουνα..- σκιὲς μαζὶ γαλήνη
κ᾽ ἐκεῖ δροσοῦλα στάλαζε παντοῦ στὸ μέρος πάνω!
Τὸ φεγγαράκιν ἔπαιζε μές στὸ νερὸ τῆς λίμνης·
καθὼς χαμογελοῦσε αὐτό, ὅπως χανόταν πέρα,
τὸ κυματάκι δίπλωνε κι ἀντιλαλοῦσε ὁ ἦχος!
Μαζὶ καὶ νοῦς καὶ κεφαλὴ στοὺς ὤμους βαριοστέκαν –
ἂχ πόσο τὄθελα ναὐρῶ λιγο νὰ ξαποστάσω·
ἐκεῖ σὲ φλαμουριὰ λοιπὸν ἐστρώθην ἀποκάτω
στοῦ δάσους μές τὸν ψίθυρο καὶ τὴ γλυκειὰν ἀνάσα!
Ἔτσι μπῆκα μές στὸ χορὸ κ᾽ ἐγὼ τὸν ξωτικίσιο·
ἡ πιό ὀμορφη μοῦ φόρεσε στεφάνι ὁλο φτειαγμένο
ἀπὸ λουλούδια γαλανὰ καὶ κρίνα ποὖν᾽ κατάσπρα.
Μές στὴν ψυχή μὲ τρύπησε τὸ βλέμμα της ἐκεῖνο·
μέσα στ᾽ ἀφτὶ ψιθύρισε καὶ γρίφους ἀφουγκράσθην·
αὐτὰ δὲ θὰ τὰ βγάλω ἐγὼ ποτέ μου ἀπὸ τὴ μνήμη:
Ὄλαφ Λίλιεκρανς, ξέρεις σύ χαρά ποῦ μεγαλώνει;
Ἀλήθεια ξέρεις σύ γιὰ σέ, εἰρήνη πότε θαὔρῃς;
Ἀπ᾽ ὅσα μικροβότανα ποὺ στέκουν στὴ σειρά τους,
ἐσύ νὰ ξεδιαλέξῃς κεῖ τὸ πρῶτο σ᾽ ὀμορφάδα
καὶ νὰ μετρήσῃς βγάζοντας τὰ φύλλα ἕνα-ἕνα
καὶ στὸν ἀγέρα μακριά νὰ τὰ σκορπίσῃς πέρα·
τότε,.. πρῶτα λοιπὸν ἐσὺ θεναὔρῃς τὴ χαρά σου!

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.



Ὄλαφ Λίλιεκρανς

Τίτλος πρωτοτύπου: Olaf Liljekrans: Skuespil i tre akter.
Εἶδος: Ποιητικὸ δρᾶμα.
Πρώτη παράσταση: 02/01/1857 (Θέατρο τοῦ Μπέργκεν).
Ἔτος πρώτης ἔκδοσης πρωτοτύπου: 1902.
Ἔτος πρώτης μετάφρασης: 1903 (Γερμανικά).
Τόπος τῆς πλοκῆς: Νορβηγία.
Ἐποχὴ τῆς πλοκῆς: Μετὰ τὸν Μαῦρο Θάνατο τοῦ 1349.
Σημαντικώτερο δραματουργικὸ ὑλικό: Νορβηγικὲς λαϊκές (ἡρωικές) μπαλλάντες.
Πρόσωπα τοῦ ἔργου: ΛΑΙΔΗ ἼΝΓΚΕΡ ΛΊΛΙΕΚΡΑΝΣ, ὌΛΑΦ ΛΙΛΙΕΚΡΑΝΣ, ἌΡΝΕ τοῦ ΓΙΟΎΛΒΙΚ, ἼΝΓΚΕΜΠΟΡΓΚ, ΧΈΜΜΙΝΓΚ, ΘΏΡΓΙΕΡ, ἌΛΦΧΙΛΝΤ, ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ στὸν γάμο, ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ τοῦ ΑΡΝΕ τοῦ ΓΙΟΥΛΒΙΚ, ΥΠΗΡΕΤΡΙΕΣ καὶ ΥΠΗΡΕΤΕΣ τῆς ΛΑΙΔΗΣ ΚΙΡΣΤΕΝ, ΧΩΡΙΚΟΙ.
Ἔκταση: Τρίπρακτο.
Εἰσαγωγὴ τῆς πλοκῆς: Ὁ ἀριστοκρατικὸς γόνος ΟΛΑΦ ΛΙΛΙΕΚΡΑΝΣ, ἤδη ἀρραβωνιασμένος μὲ τὴν ΙΝΓΚΕΜΠΟΡΓΚ, τὴν κόρη τοῦ πλούσιου ΑΡΝΕ, γνωρίζει πρὶν ἀπ’ τὸ γάμο του μιὰ νεαρὴ ξωτικιά, μαγεύεται ἀπ’ αὐτή, τὴν ἐρωτεύεται καὶ χάνεται στὰ βουνά. Ἡ μητέρα του ΚΙΡΣΤΕΝ, καθὼς τὸν ἀναζητεῖ, συναντᾷ τοὺς ἐπισκέπτες ἀπ’ τὸ γειτονικὸ Γιούλβικ μὲ τὸν ΑΡΝΕ πρῶτον, ὅπως ἔρχονται κεῖνοι γιὰ νὰ παραστοῦν στὸν ἐπικείμενο γάμο…

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.

Ἀπὸ τὴν ἀνάλυση τοῦ «Ὄλαφ Λίλιεκρανς»

[ Ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ Ὄλαφ Λίλιεκρανς.]

Ἡ κεκτημένη τεχνικὴ καὶ ἡ ἐν γένει ἱκανότητα τοῦ νεαροῦ δραματουργοῦ καὶ ποιητῆ παράγουν στίχους ἐπιγραμματικῆς ἐνάργειας καὶ πυκνότητας:

Ἐσταύρωσα τὰ χέρια μου – τὴν προσευχή μου πιάνω! –,
μὰ δέθηκεν ἡ γλῶσσα μου κ᾽ οἱ σκέψεις μου θολῶσαν·
οἱ νότες μὲ μαγέψανε -τὸ λογισμό μοῦ κλέψαν.
Τὴ μιά σὰ γέλιο ἀκούγονταν, τὴν ἄλλη ὁπως τὸ κλάμα –
τὴ μιὰ χαράν ἐσκόρπαγε, τὴν ἄλλη μοῦ φαινόταν
σὰ νἆταν λύπη μέγιστη ποὺ τὴν καρδιὰ συθλίβει,
σὰ νἆταν θλίψη τρομερὴ καὶ θάνατος ὁλοῦθε
μές στὸ σκοπὸν ποὺ γήτευε, κυλοῦσε, προχωροῦσε
κι ὡς ρεῦμα μὲ κατέκλυζε κ᾽ ἐπιάνετο ἡ ἀνάσα!

Α΄ πράξη, σελ. 65.

Πολλοί ἐχουνε σπαθὶ σωστὸ καὶ καλοζυγιασμένο,
ἀλλὰ ἡ λεπίδα σκούριασε καὶ στόμωσεν ἡ κόψη·
πολλοί τὴν ἅρπαν ἔχουνε νὰ κρέμεται στοὺς τοίχους
λησμονημένη σὲ γωνιά, ἀδιάφορη στοὺς πάντες,
κι ὅμως τοῦ Κόσμου ἡ δύναμη καὶ ἡ μαγεία ὅλη
κοιμοῦνται μέσα στὶς χορδὲς καὶ σιγοαναδεύουν.

Α΄ πράξη, σελ. 68.

Κάθισες θερινὴ νυχτιὰ σὲ λίμνη ἐρημωμένη
ποὺ νἄχῃ τόσο βάθος κεῖ τὸν πάτο νὰ μή βλέπῃς;
Τὸ φῶς τῶν ἄστρων νὰ θωρῇς νὰ λάμπῃ στὸ νεράκι –
τὰ μάτια ἐτοῦτα τὰ σοφὰ περσότερα ποὺ ξέρουν
νὰ ποῦν, νὰ ξεστομίσουνε ἀπ᾽ ὅτι χίλιες γλῶσσες;..
Ἐγὼ συχνὰ καθόμουνα ν᾽ ἁρπάξω μὲ τὰ χέρια
στὸ βάθος σὰν τρεμόπαιζαν τὰ πάντα ἐκεικάτω·
καὶ νὰ τὰ πιάσω ἐκεῖ μεμιᾶς καθὼς κοντά μου βαῖναν·
μὰ θόλωναν καὶ χάνονταν σὰ μάτια ἀπὸ τὸ κλάμα,
καὶ μάταια ὅλο τἄψαχνα καὶ μάταια προσπαθοῦσα…

Α΄ πράξη, σελ. 76.

Ἂχ πίστευα καὶ νόμιζα γιὰ πλούσια τὴ ζωή μου!
Μὰ τίποτες ἀληθινό -ὁλα τους πλάσμα ἀπάτης,
ὅλα τους μόνο μιὰ ψευτιά -παγίδας ἦταν ψεύδη.
Τίποτα δὲν ἀγγίζεται -δὲν πιάνεται μὲ χέρια·
τίποτα δὲ διακρίνεται μὲ μάτια ξυπνημένα·
τίποτα δὲ στεριώνει κεῖ, σὰν τὄχουμε γνωρίσει!

Γ΄ πράξη, σελ. 145.

Γιὰ τὴν ἡρωικὴ μπαλλάντα

[Τὸ ὑλικὸ λαμβάνεται ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ Ὄλαφ Λίλιεκρανς, ποὺ ἀκολουθεῖ τοὺς δρόμους τῆς ἡρωϊκῆς μπαλλάντας.]

kæmpevisen < kæmpevise < kæmpe (< ἀρχαιοσκ. kempa = πολεμιστής, πρβλ λατινικὸ campus) + vise (< ἀρχαισκ. vísa = στίχος, καθὼς καὶ στροφὴ στὴ σκαλδικὴ ποίηση), ὁ παραδοσιακὸς ὅρος γιὰ τὶς μεσαιωνικὲς ἡρωικὲς μπαλλάντες, ἐν χρήσει ἤδη ἀπὸ τὰ 1500.

Ἐκ τῶν Ρωμαντικῶν καὶ ἐντεῦθεν, τὸ σύνολο τῶν μπαλλαντῶν ἀναφέρονται ὡς: folkeviser < folk (= λαός) + vise, δηλαδὴ λαϊκὴ μπαλλάντα (συναντᾶται κι ὡς μεσαιωνικὴ λαϊκὴ μπαλλάντα ἢ ἁπλῶς μεσαιωνικὴ μπαλλάντα).

Οἱ λαϊκὲς μπαλλάντες, ὅπως ἀνευρίσκονται στὶς Σκανδιναβικὲς χῶρες διατυπωμένες στὶς γλῶσσες τῆς Βορειογερμανικῆς οἰκογένειας (Δανική, Ἰσλανδική, Νορβηγική, Σουηδική, Φαιροϊκή), συναποτελοῦν εἶδος προφορικῶς παραδιδομένων ᾀσμάτων, κάποτε σὲ ὁμοιοκαταληκτοῦντα ζεύγη, ἄλλοτε σὲ τετράστιχα μὲ πλεκτή, σύνθετη, καθὼς καὶ ἐπαναληπτικὴ ὁμοιοκαταληξία, ἀντλῶντας θεματολογία ἀπὸ τὸ ἀπόθεμα ἐκείνων τῶν λαῶν· χρησιμοποιοῦν δὲ λογοτυπικὲς ἐκφράσεις καὶ κοινοὺς τόπους στὴ σύνθεσή τους.

Παράδειγμα ἀνάλυσης ὁμοιοκαταληκτούντων σχημάτων ἀπὸ τὴν μπαλλάντα Olaf Liljukrans κατὰ τὴν ὀρθογραφία ποὺ διάβασε ὁ Ἴψεν στὴ συλλογὴ τοῦ Λάντσταντ (Νorske Folkeviser, σελ. 355):

1 Olaf han reið ivir rjóðe (→ 3)
Ὁ Ὄλαφ καβάλλα δρόμο τράβαγε πολύ
2 – með kvítari hand –, (→ 6, omkvæd = «ρεφραίν/ἐπῳδός»)
– τὸ χέρι βάζω στοίχημα –,
3 han vil til sit bryllaup bjóðe. (1 ←)
θέλει κόσμον αὐτὸς στὸ γάμο του νἀρθῇ.
4 Sá móð kem Olaf af elvo. (→ 8, omkvæd)
Ὄλαφ, νά θὰ συναντήσῃς ξωτικά.

5 Olaf han reið seg i ótte (→ 7)
Ὁ Ὄλαφ καβάλλα πάει πρὶν τὴ δύση
6 – með kvítari hand –, (2 ←)
– τὸ χέρι βάζω στοίχημα –,
7 ljóse dagin han totte. (5 ←)
ἤδη τὸ φῶς τῆς μέρας ἔχει σβήσει.
8 Sá móð kem Olaf af elvo. (4 ←)
Ὄλαφ, νά θὰ συναντήσῃς ξωτικά.

Νέα ἔκδοση: «Ὄλαφ Λίλιεκρανς»

ΟΛΑΦ (Θυμᾶται λόγια):
Ἀπ᾽ ὅσα μικροβότανα ποὺ στέκουν στὴ σειρά τους,
ἐσύ νὰ ξεδιαλέξῃς κεῖ τὸ πρῶτο σ᾽ ὀμορφάδα
καὶ νὰ μετρήσῃς βγάζοντας τὰ φύλλα ἕνα-ἕνα,
καὶ στὸν ἀγέρα μακριά νὰ τὰ σκορπίσῃς πέρα·
τότε,.. τότε λοιπὸν ἐσὺ θεναὔρῃς τὴ χαρά σου!
Α’ πράξη, σελ. 66.


Τὸ δρᾶμα τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν πρωτομεταφραζόμενο ἀπὸ τὴ Νορβηγικὴ μὲ ὑποσημειώσεις κατὰ τὴ ροὴ τοῦ κειμένου, βιογραφικὸ σημείωμα, στοιχεῖα γιὰ τὴν ἔκδοση καὶ τὴν παραστασιογραφία τοῦ ἔργου, ἀνάλυση τοῦ ἔργου, βιβλιογραφία, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν ὁ μέσος ἀναγνώστης, ὁ σκηνικὸς καλλιτέχνης κι ὁ εἰδικὸς μελετητής. Στὸ βιβλίο περιλαμβάνονται ὅλες οἱ συντάξεις τοῦ ἔργου σ’ ἕνα διάστημα 28 ἐτῶν, ὥστε ν’ ἀναδειχθῇ, μεταξὺ ἄλλων, ἡ σημασία του γιὰ τὸ συνολικὸ ἰψενικὸ σῶμα.

Μπορεῖτε νὰ τὸ προμηθευτῆτε στὸ ἠλεκτρονικὸ βιβλιοπωλεῖο τῶν Ἐκδόσεων Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.