fbpx

Τὸ λουλουδάκι τοῦ βουνοῦ

Ἀπὸ τὴν πρώτη μορφὴ τοῦ Ὄλαφ Λίλιεκρανς: Ὁ ἀγριόγαλος στὸ Γιούστενταλ τοῦ Ερρίκου Ἴψεν, μετάφραση-σχολιασμός: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐκδόσεις ΘΑΠ, Ἀθήνα 2020, σελ. 198.

ΑΛΦΧΙΛΝΤ:
Τὸ λουλουδάκι τοῦ βουνοῦ, ἐσὺ καλά τὸ ξέρῃς,
αὐτὸ π᾽ ἀνθίζει γαλανὸ στὰ πόδια τῆς ἐλάτης…
ΜΠΓΙΕΡΝ:
Καὶ βέβαια τὸ ξέρω ᾽γώ…
ΑΛΦΧΙΛΝΤ:
Τὸ δειλινὸ σὰν πέφτῃ,
μεγάλο φῶς στὴν κορυφὴ ποὺ τότε λάμπει πάνω
τὰ φύλλα κεῖ φωτίζοντας· καὶ ἡ μεγάλη λάμψη
ὅλα παρέα τὰ μικρὰ τὰ περιλούζει κείνη.
Ὁ μικρανθὸς τὸ χαίρεται -χαρὰ μεγάλη παίρνει!
Μὰ μὲ τὴ νύχτα ἀλίμονο τὰ πάντα πάνω φεύγουν,
καὶ τὸ λουλούδι εἰναι λειψὸ μὲ τὴ χαρὰ παρμένη·
διπλώνει αὐτὸ τὰ φύλλα του κι ἀρχίζει κι ὅλο κλαίει…

Χάραλ Σούλμπεργκ. Χειωνιάτικη νύκτα στὸ Ροντάνε. 1914.

Ὄλαφ Λίλιεκρανς – Α΄ πράξι – σκηνικὲς ὁδηγίες

Ἀπὸ τὸν Ὄλαφ Λίλιεκρανς τοῦ Ερρίκου Ἴψεν, μετάφραση-σχολιασμός: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐκδόσεις ΘΑΠ, Ἀθήνα 2020, σελ. 36-7.

Ἡ δράση ἐκτυλίσσεται κατὰ τὸν Μεσαίωνα σ᾽ ὀρεινὸ χωριὸ τῆς Νορβηγίας.

Λόφος μὲ πλούσια δενδρώδη βλάστηση ποὺ ὁδηγεῖ ψηλότερα σ᾽ ἄλλα ὀρεινὰ μέρη· σὲ βαθὺ γκρεμὸ γοργοκυλάει ποτάμι ἀπὸ πίσω πρὸς ἀριστερὰ ἔξω τῆς σκηνῆς· πάνω ἀπ᾽ τὸ ποτάμι βρίσκονται κάμποσοι γέρικοι κορμοὶ δέντρων κι ἄλλα ἀπομεινάρια πεσμένης γέφυρας. Μεγάλοι βράχοι πρὸς τὶς ἄκρες τοῦ προσκηνίου, καὶ πέρα μακριὰ βουνοκορφὲς χιονοσκέπαστες. Τὸ ροδοκόκκινο τοῦ δειλινοῦ πάνω ἀπ᾽ τὸ τοπίο· ἀργότερα προβαίνει τὸ φεγγάρι.

Ἰωάννης Χριστιανὸς Ντάλ. Παρηλλαγμένο ἀντίγραφο τοῦ πίνακος τοῦ Ἰακώβου φὸν Ρούισνταλ. 1813.

Καμπάνες καὶ φτεροῦγα!

Ἀπὸ τὸν σχολιασμὸ στὸν Ὄλαφ Λίλιεκρανς, μετάφραση-σχολιασμός: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐκδόσεις ΘΑΠ, Ἀθήνα 2021, σελ. 91, ὑπ. 71:

Βλέπεις κεῖνο τὸ σπιτικό; Καμπάνες καὶ φτεροῦγα!

Fløi: Ἀνεμοδείκτης στὸ κωδωνοστάσιο, συνήθως στὸ σχῆμα τῆς πλώρης τοῦ πλοίου τῶν Βίκινγκς ποὺ περιλαμβάνεται καὶ διακοσμητικῶς στὶς νορβηγικὲς ξύλινες ἐκκλησίες (stavkirker).

Stavkikre στὸ Λάρνταλ (δυτικὴ Νορβηγία).

Ξέχασα…

[Ἀπὸ τὸ δρᾶμα: Ὄλαφ Λίλιεκρανς τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν· μετάφραση Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.]

Πήγαινα καβάλλα στὸ λιβάδι, κάτω ποὺ τρέχει ὁ ποταμός..- ἦταν νύχτα, καὶ τὰ τραγούδια κ᾽ οἱ σκοποὶ παράξενα μὲ κύκλωναν…

Χάθηκα κι ἄφησα τὸ μονοπάτι μου -μάκρυνα -βαθιά, ἀνάμεσα στὰ βουνά, βρῆκα τὴν ὄμορφη κοιλάδα ποὺ πόδι δὲν εἶχε ξαναπατήσει καὶ μάτι δὲν τὴν εἶχε ξαναχαρῆ πρὶν ἀπὸ μένα… Βαρύς ὕπνος μὲ κατέλαβε, ἑνῷ οἱ ξωτικιὲς παῖζαν καὶ μὲ τραβῆξαν στὸ παιγνίδι τους…

Μὰ τότε ξύπνησα, καὶ λύπη εἶχε σκεπάσει τὸ λογισμό μου· γύρισα καβάλλα σπίτι, ἀλλὰ δέν μποροῦσα ἄλλο κεῖ νὰ μείνω· μοῦ φαινόταν σὰ ν᾽ ἄφησα πίσω μου τὴν πιό πλούσια, τὴν καλύτερη ζωή· καὶ σὰ νἆταν θησαυρὸς ἐκεῖ ἔνδοξος γιὰ μένα φυλαγμένος, ἂν τὸν ἔψαχνα καὶ τὸν εὕρισκα…

Ἔπρεπε ν᾽ ἀνέβω στὴν κοιλάδα, προτοῦ νὰ βρῶ εἰρήνη…

Ἦρθες καὶ μὲ συνάντησες ὄμορφη καὶ λαμπερὴ τότε· ἅρπαξα τὸ χέρι σου, σὲ κοίταξα στὰ μάτια -Γῆ καὶ Οὐράνια – ὁ Κόσμος ὅλος! – στεκόταν μές στὰ μάτια σου!.. Τότε λησμόνησα φίλους καὶ συγγενεῖς!..

Ξανάρθα τὴν ἄλλη νύχτα, σ᾽ ἀγκάλιασα ἀπ᾽ τὴ μέση, σ᾽ ἔσφιξα μές στὸ στῆθος μου -ἡ εὐλογία τ᾽ Οὐρανοῦ στὴν ἀγκαλιά σου μέσα…

Καὶ ξέχασα κ᾽ ἐγὼ βαφτιστικὸ καὶ σπίτι τῶν προγόνων…

Κ᾽ ἦρθα τὴν τρίτη τὴ νυχτιά – ἔπρεπε νἀρθῶ! –, σοῦ φίλησα τὰ κόκκινα χειλάκια καὶ τὸ βλέμμα μου βυθίστηκε στὴν ψυχή σου… Περισσότερα ἦταν κειμέσα ἀπ᾽ ὅλη τὴ δόξα τοῦ Κόσμου! Ξέχασα κι ἄλλο ἀπὸ Θεὸ καὶ σπίτι, κι ἄλλο ἀπὸ Γῆ καὶ Οὐράνια -ξέχασα τὸν ἑαυτό μου!

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.

Ἐξομολόγηση

Ἀπὸ τὸν Ὄλαφ Λίλιεκρανς:

Διαβάζει ὁ μεταφραστής-ἠθοποιὸς Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.

Ξέρεις ποῦ τὴν πρωτόειδα ἐγὼ νὰ περπατάῃ;:
Ἀπόγευμα, μὲ τὸ ἄτι μου, ἐρχόμουν ἀπ᾽ τὸ Γιούλβικ –
ἀλλά, σὰ νὰ μοῦ φαίνεται, γιορτή πὼς ἦταν τότε…
Εἶχε βαρύνει ὁ νοῦς πολύ καὶ ἡ καρδιὰ ματώσει!
Καὶ κάτι μὲ κατέτρωγε -τί νἆταν δὲ θυμᾶμαι.
Ἐκάλπαζα ὁλομόναχος πά᾽ στὴν πλαγιὰ τοῦ λόφου
καὶ τ᾽ ἄγρια μεσάνυχτα τὸ ποταμάκι ἐδιάβη·
ἐκεῖ σὰ ν᾽ ἄκουσα χορδὲς νὰ παίζουν μίας ἅρπας·
σὰν τραγουδάκι ἐρχότανε στοὺς κάμπους, τὰ λιβάδια·
σὰ γόητα ἦταν μουσικὴ μὲ λύπη νἄχῃ μέσα.
Ἐσταύρωσα τὰ χέρια μου – τὴν προσευχή μου πιάνω! –,
μὰ δέθηκεν ἡ γλῶσσα μου κ᾽ οἱ σκέψεις μου θολῶσαν·
οἱ νότες μὲ μαγέψανε -τὸ λογισμό μοῦ κλέψαν.
Τὴ μιά σὰ γέλιο ἀκούγονταν, τὴν ἄλλη ὁπως τὸ κλάμα –
τὴ μιὰ χαράν ἐσκόρπαγε, τὴν ἄλλη μοῦ φαινόταν
σὰ νἆταν λύπη μέγιστη ποὺ τὴν καρδιὰ συθλίβει,
σὰ νἆταν θλίψη τρομερὴ καὶ θάνατος ὁλοῦθε
μές στὸ σκοπὸν ποὺ γήτευε, κυλοῦσε, προχωροῦσε
καὶ σὰ νερό μὲ κύκλωνε κ᾽ ἐπιάνετο ἡ ἀνάσα!
Μυστήρια χάθηκε λοιπὸν ὁ λογισμὸς κι ὁ νοῦς μου –
λές καὶ συνάμα φοβερές κ᾽ εὐγενικές ἀντάμα
δυνάμεις ποὺ μὲ σέρνανε, στὸ λόφο μὲ πηγαῖναν.
Ἔπρεπε ᾽γὼ ν᾽ ἀνέβω κεῖ παρά τὴ βούλησή μου.
Κι ὅσ᾽ ὁ σκοπὸς συνέχιζε, ξεστράτισα τοῦ δρόμου
καὶ πόσο πέρα νἄφτασα ποῦ νὰ θυμᾶμαι τώρα;..
Τὸ ἄλογό μου στάθηκε καὶ βγῆκα ἀπὸ τὸν ὕπνο.
Ἐγὼ κοιτοῦσα ὁλόγυρα μὲ βλέμμα ὁλο ἀπορία·
μὰ τί ὀμορφιά, τί χάρη ἐκεῖ! Ὁμως, ὁ τόπος τοῦτος
ὁπὄφτασα καὶ γύριζα, ἀγνωστος μοῦ φαινόταν!
Σὲ κοιλάδα βρισκόμουνα..- σκιὲς μαζὶ γαλήνη
κ᾽ ἐκεῖ δροσοῦλα στάλαζε παντοῦ στὸ μέρος πάνω!
Τὸ φεγγαράκιν ἔπαιζε μές στὸ νερὸ τῆς λίμνης·
καθὼς χαμογελοῦσε αὐτό, ὅπως χανόταν πέρα,
τὸ κυματάκι δίπλωνε κι ἀντιλαλοῦσε ὁ ἦχος!
Μαζὶ καὶ νοῦς καὶ κεφαλὴ στοὺς ὤμους βαριοστέκαν –
ἂχ πόσο τὄθελα ναὐρῶ λιγο νὰ ξαποστάσω·
ἐκεῖ σὲ φλαμουριὰ λοιπὸν ἐστρώθην ἀποκάτω
στοῦ δάσους μές τὸν ψίθυρο καὶ τὴ γλυκειὰν ἀνάσα!
Ἔτσι μπῆκα μές στὸ χορὸ κ᾽ ἐγὼ τὸν ξωτικίσιο·
ἡ πιό ὀμορφη μοῦ φόρεσε στεφάνι ὁλο φτειαγμένο
ἀπὸ λουλούδια γαλανὰ καὶ κρίνα ποὖν᾽ κατάσπρα.
Μές στὴν ψυχή μὲ τρύπησε τὸ βλέμμα της ἐκεῖνο·
μέσα στ᾽ ἀφτὶ ψιθύρισε καὶ γρίφους ἀφουγκράσθην·
αὐτὰ δὲ θὰ τὰ βγάλω ἐγὼ ποτέ μου ἀπὸ τὴ μνήμη:
Ὄλαφ Λίλιεκρανς, ξέρεις σύ χαρά ποῦ μεγαλώνει;
Ἀλήθεια ξέρεις σύ γιὰ σέ, εἰρήνη πότε θαὔρῃς;
Ἀπ᾽ ὅσα μικροβότανα ποὺ στέκουν στὴ σειρά τους,
ἐσύ νὰ ξεδιαλέξῃς κεῖ τὸ πρῶτο σ᾽ ὀμορφάδα
καὶ νὰ μετρήσῃς βγάζοντας τὰ φύλλα ἕνα-ἕνα
καὶ στὸν ἀγέρα μακριά νὰ τὰ σκορπίσῃς πέρα·
τότε,.. πρῶτα λοιπὸν ἐσὺ θεναὔρῃς τὴ χαρά σου!

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.