fbpx

Ἀπρόθυμα…

[Πρὸς τὸν Φοιτητικὸ Σύλλογο στὴν Κοπενχάγη (03/10/1885). Μετάφραση τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου. Ἀκολουθεῖται ἡ κριτικὴ ἔκδοση Henrik Ibsens Skrifter.]

Δέ σκοπεύω νὰ βγάλω κάνα λόγο, μὰ μόνο νὰ δηλώσω κάτι: Θὰ μείνω ἕνας «νεοφώτιστος» ὅσο ζῶ.

Ἀπρόθυμα πολύ ἀκούω τ’ ὄνομά μου ποὺ τόσο συχνὰ ἀναφέρεται. Ἐγὼ ἀποζητῶ συνέχεια τὴ μοναξιὰ καὶ νοιώθω πάντα μιὰν ὁρμὴ διαμαρτυρίας ὅταν προτάσσεται κλίμακα ἀξιολογικὴ γιὰ καλλιτέχνες καὶ ποιητὲς μὲ κίνητρο σὰν αὐτὸ ἐδῶ: Νά ποὺ στέκεται αὐτὸς καὶ πόσο μακρυά του οἱ ἄλλοι… Χάρη σὲ μένα προβάλλει μιὰ αὐτογνωσία. Ἂν ἡ ὕπαρξή μου, <ἡ παρουσία μου,> ἔχει κάποια σημασία, καταπὼς λέτε, τὴν ἔχει ἐπειδὴ ἐγὼ κοινωνῶ τὴν ἐποχή. Δὲν ἀνοίγεται ἄβυσσος ἀνάμεσα σ’ ὅποιον παράγει καὶ σ’ ὅποιον λαμβάνει. Κ’ οἱ δυό τους ἔρχονται σὲ κοινωνία· σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ ὅ,τι κοινωνήσαμε μές σὲ τοῦτο τὸν κύκλο.

Στὸ λεύκωμα συνθέτη

[Νορβηγικὸς τίτλος: I en komponists stambog. Γραμμένο στὸ λεύκωμα τοῦ Ἔντβαρ Γκρὴγκ τὸ 1866 -τότ’ ἐργαζόταν πάνω στὸν Μπράντ. Μτφ ἀπὸ Henrik Ibsens Skrifter, τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Orpheus slog med toner rene
Ὁ Ὀρφέας ἔβγαζε ἤχους μὲ καθάριους τόνους:
ånd i vilddyr, ild i stene.   
ψυχή ἀπὸ τ’ ἄγρια θηρία, πυρά ἀπ’ τοὺς βράχους.

Stene har vort Norge nok af;
Βράχοι δὲ λείπουνε στὴ Νορβηγία·
vilddyr har vi og en flok af.
περίσσεια ἔχουμε κι ἀπ’ ἄγρια θηρία.

Spil, så stenen spruder gnister!   
Παῖξε, οἱ βράχοι νὰ σπιθοβολήσουν!
Spil, så dyrehammen brister!
Παῖξε, τὰ καταφύγια κ’ οἱ σπηλιὲς νὰ τρίξουν!

Ἀπὸ τὰ ἐσώτερα

[Ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ δράματος ποὺ ἐκτυλίσσεται στὴ Μεσαιωνικὴ Νορβηγία:]

Θέλησα μόνο νὰ διατυπώσω καὶ νὰ βεβαιώσω πὼς τὸ ὑπὸ ἐξέτασει θεατρικό, ὅπως κάθε ἄλλο ἀπ᾽ τὰ δραματικά μου ἔργα, εἶναι μιὰ φυσικὴ κι ἀναγκαία κατάληξη τῆς πορείας τοῦ βίου μου σὲ μιὰ συγκεκριμένη στιγμή· προέρχεται ἀπ᾽ τὰ ἐσώτερα κι ὄχι ἀπὸ κάποιαν ἐξωτερικὴ ἐπίδραση ἢ ἐπιρροή.

Γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ ἱστορικοῦ δράματος, βλ. ἐδῶ.

Ἀπὸ τὴν Εἰσαγωγὴ τοῦ «Κατιλίνα»

Μὲ τὸ δρᾶμα: Κατιλίνας ξεκίνησα τὴ σταδιοδρομία μου ὡς συγγραφέας· γράφτηκε τὸ χειμῶνα τοῦ 1848-9, ὅταν ἤμουν εἰκοσιενὸς ἐτῶν.

Ἐν μέσῳ προετοιμασίας γιὰ τὶς ἐξετάσεις μου, ὁπότε καὶ διάβασα τὴ Συνωμοσία τοῦ Κατιλίνα τοῦ Σαλλουστίου καὶ τοὺς Κατὰ Κατιλίνα λόγους τοῦ Κικέρωνος. «Καταβρόχθισα» τοῦτα τὰ ἱστορικὰ τεκμήρια καί, ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγους μῆνες, τὸ δρᾶμα μου ἔστεκε ἕτοιμο… Ὅπως θὰ φανῇ μές στὸ βιβλίο, δέ συμμερίστηκα τότε τὴ σύλληψη τῶν δύο ἀρχαίων Ρωμαίων συγγραφέων ὅσον ἀφορᾷ στὸ χαρακτῆρα καὶ τὴν ὅλη πολιτεία τοῦ Κατιλίνα· καὶ σήμερ᾿ ἀκόμα τείνω νὰ πιστέψω πὼς κάτι μεγάλο καὶ σημαῖνον ἐνυπῆρχε στὸν ἄνθρωπο κατὰ τοῦ ὁποίου ὁ Κικέρων, ὁ πείσμων ἐκφραστὴς τῆς πλειοψηφίας, δέν ἔκρινε σκόπιμο νὰ ἐπιτεθῇ, ὡσότου ἐπῆλθε πλέον μιὰ τέτοια ἀλλαγὴ ποὺ πιὰ ἀτιμωρητί νὰ προχωράῃ σ᾿ ἐχθροπραξίες!.. Ἂς θυμόμαστε πὼς ἐλαχίστων ἱστορικῶν προσώπων ἡ φήμη βρίσκεται περισσότερο στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν τους ἀπ᾿ ὅσο τοῦ Κατιλίνα.

Τὸ δρᾶμα μου γράφτηκε τὶς νυχτερίνες ὧρες -τὶς ἐλεύθερες γιὰ μελέτη ποὺ ἔπρεπε στὴν πραγματικότητα νὰ κλέβω ἀπ᾿ τὸ ἀφεντικό μου, ἕναν καλὸ κι ἀξιοσέβαστο ἄνθρωπο ἀφοσιωμένο ψυχῇ τε καὶ σώματι στὴν ἐπιχείρησή του..- ἀπὸ κεῖνες τὶς κλεμμένες ὧρες, ἕβρισκα κατόπιν στιγμοῦλες γιὰ νὰ γράψω ποίηση!.. Δέν ὑπῆρχε ἄλλος χρόνος ἀπ᾿ τὴ νύχτα· ἴσως, γι᾿ αὐτό, σχεδὸν ὁλάκερη ἡ δράση ἐκτυλίσσεται μές στὴ νύχτα.

Γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ ἱστορικοῦ δράματος, βλ. ἐδῶ.

Ἀνάγνωση ἀπὸ τὴν Εἰσαγωγή. Διαβάζει ὁ μεταφραστής-ἠθοποιὸς Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.

Ἀπὸ τὴν ἀνάλυση τῆς «Γιορτῆς στὸ Σούλχαουγκ»

[Τοῦ μεταφραστῆ καὶ σχολιαστῆ τοῦ Ἴψεν, Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου:]

Τὰ τραγούδια συμπληρώνουν τούτη τὴν αἴσθηση. Πρῶτα ἐντάσσονται ἀπολύτως στὴ δράση, ὅπως λ.χ. τ᾽ ἀντίστοιχα στὸν Πέερ Γκύντ. Ἔπειτα, ἐπεκτείνουν τὸν δραματικὸ ὁρίζοντα -εἶναι σὰ νὰ φέρνουν πάνω στὴ σκηνὴ τὴ νορβηγικὴ ὕπαιθρο μὲ τὰ τοπία τῶν φιόρδ, τῶν λιβαδιῶν καὶ τῶν βουνῶν της· κατὶ παρόμοιο συμβαίνει καὶ μὲ τὶς στιχηρὲς ἀφηγήσεις, ὅπου ἡ Φύση παίρνει ψυχὴ καὶ ζωντανεύει. Ὄντως, ἡ ἀτμόσφαιρα δονεῖται ἀπ᾽ τὴν ἑορταστικὴ διάθεση τοῦ ἴδιου τοῦ δραματουργοῦ -ἀπὄνα ἁπαλὸ καλοκαιριάτικο ἀεράκι. Ἀκόμα καὶ τὰ σκοτεινότερα σημεῖα ἔχουν μιὰ χάρη καὶ μιὰν εὐλυγισία· δίχως τὸ στίχο θὰ καταντοῦσαν λόγια στομφώδη.

Γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ δράματος, βλ. ἐδῶ.