fbpx

Ἕνας λαός

[Ἀπὸ τὸ θεωρητικὸ κείμενο τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν: Γιὰ τὶς ἡρωικὲς μπαλλάντες καὶ τὴ σημασία τους ὡς πρὸς τὴν ἔντεχνη Ποίηση, μεταφρασμένο ἀπὸ τὸν Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλο γιὰ τὴν ἐπικείμενη ἔκδοση τοῦ Ὄλαφ Λίλιεκρανς.]

Ἕνας λαὸς δέν ὑποχρεώνεται νὰ γράψῃ ἢ νὰ τραγουδήσῃ μ’ αἰνίγματα καὶ σκοτεινὲς περιφράσεις, τῶν ὁποίων τὸ ὀρθὸ νόημα μπορεῖ σύντομα νὰ χαθῇ. Μιὰ καταπιεστικὴ λογοκρισία ἴσως δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα τὸν Τύπο, ἀλλὰ ποτέ της τὸν λαό.

J. S. Welhaven – Τὸ θαλασσοπούλι

[Μεταφρασμένο ἀπὸ τὸν Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλο τὸ ποίημα ποὺ ἀπετέλεσε πρῶτο ὑλικὸ γιὰ τὴν Ἀγριόπαπια τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν.]

Ἤρεμη μιὰ ἀγριόπαπια κολυμπάει
ψηλά κοντὰ στὴ στεριά.
Τὸ κυματάκι σκάει
στὴ λευκή της τὴν ποδιά.

Κυνηγὸς σκυφτὸς στὴ σκιά,
πά᾽ στὴν ἀπότομη πλαγιά,
γιὰ πλάκα ρίχνει μιά
στῆς πλάσης τὴν τόσην ὀμορφιά.

Τὸ πουλὶ πῶς νὰ φύγῃ
στὴ φωλιά του νὰ κρυφτῇ;..
Ποτέ της δὲ θὰ παραπονεθῇ
ὅσο κι ἂν βασανισθῇ.

Κ᾽ ἔτσι βουτάει σιωπηλά
στὸ σκότεινο τὸ φιὸρδ βαθιά.
Ἀποπάνω τὸ κύμα τὸ ψυχρὸ
μεμιᾶς σβήνει τὴν ὁδό.

Μές στῆς θάλασσας τὸν πάτο
μεγαλώνει φύκι ἀφράτο..-
κεικάτω τὰ βλέφαρα σφαλνᾶ,
πλάι στὰ ψάρια τὰ βουβά.

Κριτική….

[Ἀπὸ τὸν Πρόλογο τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν γιὰ τὴν Γιορτὴ στὸ Σούλχαουγκ.]

Ἡ τότε πρωτευουσιάνικη κριτικὴ εἶχε κι ἄλλο ἕνα μυστήριο χαρακτηριστικὸ ποὺ γιὰ καιρὸ ἡ προέλευσή του μ᾽ ἔβαζε σὲ σκέψεις· δηλαδὴ κάθε φορὰ ποὺ ξεκινοῦσε ἕνας συγγραφέας, ἐκδίδοντας κάποιο βιβλίο ἢ ἀνεβάζοντας στὸ Θέατρο ἔργο του, οἱ κριτικοί μας συνηθίζανε νὰ καταλαμβάνωνται ἀμέσως κ’ αἰνιγματικὰ ἀπὸ μιὰν ἀνεξέλεγκτη ὀργὴ λές κ᾽ ἡ ἔκδοση τοῦ βιβλίου ἢ ἡ παράσταση τοῦ ἔργου ἀποτελοῦσε εὐθεῖα, ματωμένη προσβολὴ τῶν ἴδιων ἢ τῶν ἐφημερίδων ποὺ ἀρθρογραφοῦσαν!.. Ὅπως εἶπα, καιρό μ᾽ ἀπασχολοῦσε ἡ συγκεκριμένη «ἰδιομορφία». Τελικὰ βρῆκα τὴν ἄκρη τοῦ νήματος: Σὰ διάβαζα τὴ δανέζικη Månedskrift for Literatur, πρόσεξα ὅτι ὁ γερο-σύμβουλος τῆς Ἐπικρατείας Μόλμπεχ ἐμπλέκονταν, κατὰ τὴν ἐποχή του, ὠργισμένα σ᾽ ἀντιπαράθεση, ὅταν νέος ποιητὴς ἐξέδιδε βιβλίο ἢ ἀνέβαζε ἔργο του στὴν Κοπενχάγη.

Ὁπότε, κατὰ παρόμοιο τρόπο, λειτουργοῦσε καὶ τὸ δικαστήριο ποὺ τώρα εἶχε καλέσει τἩ γιορτὴ στὸ Σούλχαουγκ ν᾽ ἀπολογηθῇ στὸ βῆμα τῆς Κριτικῆς ἐν Χριστιανίᾳ· ἀποτελοῦνταν κυρίως ἀπὸ νέους ποὺ ζοῦσαν ὡς κριτικοὶ μὲ δάνεια ἀπὸ διάφορες μεριές: Τὶς σκέψεις τους περὶ Κριτικῆς τὶς εἶχαν ἄλλοι ἀπὸ παληὰ σκεφτῆ κ᾽ ἐκφράσει -τὶς ἀπόψεις τους τὶς εἶχαν ἐδῶ καὶ καιρὸ ἀλλοῦ διατυπώσει… Δάνειο ὅλη ἡ αἰσθητική τους· δάνειο ὅλη τους ἡ κριτικὴ μέθοδος· δάνειο ἦταν στὸ κάθετί – καί στὰ μεγάλα καί στὰ μικρά – ἡ πολεμικὴ τακτικὴ ποὺ χρησιμοποιοῦσαν. Ναί, ἀκόμα κ᾽ ἡ νοοτροπία τους, δανεισμένη κι αὐτή! Δάνεια,.. δάνεια ὅλα τους! Ἡ μόνη τους πρωτοτυπία: ἡ αἰώνια κακοδιαχείριση τοῦ ἐσφαλμένου καὶ ξεπερασμένου δανείου!

Μονόλογος τοῦ Ὄλαφ

Den fagreste mellem dem bød mig en krans
Ἡ πιό ὀμορφη μοῦ φόρεσε στεφάνι ὁλο φτειαγμένο
af vårklokker blå, af vandliljer hvide;
ἀπὸ λουλούδια γαλανὰ καὶ νούφαρα κατάσπρα.
hun så mig i sjælen med øjne så blide,
Μές στὴν ψυχὴ μὲ τρύπησε τὸ βλέμμα της ἐκεῖνο·
hun hvisked i mit øre et gådefuldt ord,
μέσα στ’ ἀφτὶ ψιθύρισε καὶ γρίφους ἀφουγκράσθην·
som aldrig går mig af minde:
αὐτὰ δὲ θὰ τὰ βγάλω ἐγὼ ποτέ μου ἀπὸ τὴ μνήμη:
Olaf Liljekrans! véd du, hvor lykken gror,
Ὄλαφ Λίλιεκρανς, ξέρεις σύ, χαρὰ ποῦ μεγαλώνει;
véd du, når fred for dig er at vinde?
Ἀλήθεια ξέρεις σὺ γιὰ σέ, εἰρήνη πότε θαὔρῃς;
Mellem alle de urter små på rad
Ἀπ’ ὅσα μικροβότανα ποὺ στέκουν στὴ σειρά τους,
må du den fagreste finde,
ἐσύ νὰ ξεδιαλέξῃς κεῖ τὸ πρῶτο σ’ ὀμορφάδα
og plukke den sønder, blad for blad,
καὶ νὰ μετρήσῃς βγάζοντας τὰ φύλλα ἕνα-ἕνα,
og drysse den ud for alle vinde,
καὶ στὸν ἀγέρα μακριά νὰ τὰ σκορπίσῃς πέρα·
da – først da skal du lykken finde!
τότε,.. πρῶτα λοιπὸν ἐσὺ θεναὔρῃς τὴ χαρά σου!

Ἀπὸ τὴν πρώτη πράξη τῆς ἐπικείμενης ἔκδοσης
τοῦ Ὄλαφ Λίλιεκρανς, ποὺ πρρωτομεταφράζεται
στὴν Ἑλληνικὴ ἀπὸ τὸ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλο.

Τὴ Νύχτα τ’ Ἁγιαννιοῦ…

[Ἀπὸ τὸ κείμενο Παιδικὲς μνῆμες τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν σὲ μετάφραση τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου· προτάσσεται στ’ ὁμώνυμο θεατρικὸ ἔργο.]

Μὰ τὴ Νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ, τὰ πράγματα κυλοῦσαν πιό χαρούμενα: Δέ γιορταζόταν ἀπ᾽ ὅλους μαζί· τ᾽ ἀγόρια κ᾽ οἱ νέοι τῶν πόλεων χωρίζονταν σὲ συντροφιὲς τῶν πέντε-ἕξι ἀτόμων καὶ ψάχνανε νὰ βροῦν καύσιμη ὕλη γιὰ τὴ δικιά τους τὴν πυρά… Ἤδη, ἀπ᾽ τὴν Πεντηκοστή, μαζευόμασταν καὶ πηγαίναμε στὰ ναυπηγεῖα καὶ τὰ καταστήματα τοῦ Σίεν νά «ἱκετεύσουμε» γιὰ κάνα βαρέλι πίσσα..- παράξενο ἔθιμο ποὺ βαστοῦσε ἀπὸ καιροὺς λησμονημένους… Γιὰ ὅ,τι δέν παίρναμε μὲ σύμφωνη γνώμη, μὰ τὸ κλέβαμε, μήτε ὁ ἰδιοκτήτης, μήτε ἡ ἀστυνομία σκέφτονταν ποτὲ νὰ μᾶς ἐπιπλήξουν κάπως. Ὁπότε, μιὰ συντροφιὰ ἅρπαζε ἔτσι ὁλόκληρη στοίβα ἀπὸ βαρέλια πίσσα!.. Τὸ ἴδιο πάνω χέρι εἴχαμε καὶ στὶς παλιές τὶς βάρκες!: Ἂν καταφέρναμε ν᾽ ἀποφύγουμε τὰ ἐμπόδια στὴ στεριά, μπορούσαμε νὰ τὶς τραβήξουμε μακριὰ μὲ τὴν ἡσυχία μας καὶ νὰ κρατήσουμε τὰ λάφυρα· εἴχαμε μ᾽ ἀσφάλεια ἀποθηκευμένο ὅ,τι ἦταν ἰδιοκτησία μας πιὰ ἤ,.. τέλοσπάντων,.. δέν τὄχε κάποιος ἄλλος διεκδικήσει… Οἱ βάρκες περιφέρονταν – μέρες πρὶν ἀπ᾽ τὴ Νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ – θριαμβικά στὰ σοκκάκια πρὸς τὸ σημεῖο τῆς πυρᾶς. Στὴ βάρκα μέσα καθόταν ἕνας βιολιστὴς κ᾽ ἔπαιζε· τὄχα δεῖ πολλές φορὲς καὶ κάποτε εἶχα συμμετάσχει καὶ σὲ μιὰ τέτοια πομπή…