fbpx

Ἀπὸ τὴν ἀνάλυση τῶν «Πολεμιστῶν στὸ Χέλγκελαντ»

[Ἀπὸ τὴν ἀνάλυση τῆς τραγωδίας τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου στὴ σχολιασμένη του ἔκδοση τοῦ ἔργου:]

Μιὰ μυστήρια δύναμη εἶναι μές σ’ ὅλα σου τὰ λόγια, ἀναφωνεῖ ὁ ΣΙΓΚΟΥΡΝΤ στὴν Γ΄ πράξη, καθὼς συλλογίζεται ὅ,τι τοῦ λέει ἡ ΓΙΕΡΝΤΙΣ -μιὰ δύναμη ἀνορθολογική, ἔξω ἀπὸ κοινωνικὰ σχήματα καὶ παραδεδομένα, μακριὰ ἀπὸ τὰ εὐλογοφανῆ καὶ συνηθισμένα -μιὰ δύναμη θεμελιωδῶς τραγική.

Παρακάμπτοντας τὰ σημαντικὰ κίνητρα τοῦ Ἴψεν, ποὺ δέν πρέπει νὰ λησμονοῦνται καὶ οὔτε νὰ ὑποτιμοῦνται, γιὰ τὴν ἐμπέδωση κι ἀποκάλυψη μιᾶς ἐθνικῆς συνειδήσεως στὴ νεοσύστατη Νορβηγικὴ ἐπικράτεια τοῦ 19ου αἰῶνος, ἀναρωτᾶται ὁ σύγχρονος μή Νορβηγὸς τί μένει ἀπὸ τὸ δρᾶμα. Ἡ ἀπάντηση κρύβεται στὴν παραπάνω ρήση τοῦ ΣΙΓΚΟΥΡΝΤ. Ἂν τὸ ἔργο ἰδωθῇ μές ἀπ᾽ αὐτήν, τότε διασῴζεται ὡς τραγῳδία κατὰ τὸ εἶδος κ᾽ ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς τοῦ δημιουργοῦ. Ἡ ἀπογοητευμένη σύζυγος στὸ Χέλγκελαντ δέν στέκει μόνον ὡς προανάκρουσμα τῆς ἡρωίδος ἀπὸ τὴν Ἕντα Γκάμπλερ, ἀλλὰ κι ὡς αὐτοτελὴς τραγικὴ μορφὴ στὸ ὅλο ἰψενικὸ πάνθεον.

Ἔναρξη «Τέριε Βίγκεν»

[Πρωτομεταφραζόμενο στὰ Ἑλληνικά: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.]

Ζοῦσε παράξενος στὴν ὄψη ψαρομάλλης
στὴν ἐρημιὰ τοῦ μακρυνοῦ τενάγους·
αὐτὸς ποτὲ δὲν ἔβλαψε ἄνθρωπο κανένα
στὴ χώρα πέρα ὁλάκερη, τὸν πόντο·
ἀλλὰ στιγμὲς τὰ μάτια του μυστήρια λάμπαν,..
ἀνήμερη σὰ ’ρχόταν καταιγίδα,..
κι ὁ κόσμος νόμιζε πὼς ἦταν τρελλαμένος·
καὶ λίγοι ὑπῆρχαν ποὺ τὸν τρόμο δέν ἐνοιῶθαν
τὴν ὥρα ποὺ πλησίαζε ὁ Τέριε Βίγκεν.

Ἐγὼ κάποια φορὰ τὸν εἶδα χρόνους πίσω
ἐκεῖνον μὲ ψαριὰ πά’ στὴν προβλήτα:
Εἶχε λευκὰ μαλλιά, γελοῦσε-τραγουδοῦσε
κ’ ἦταν σὰν ἕνα ζωηρό ἀγοράκι.
Γιὰ τὶς κοπέλες εἶχε χωρατὰ νὰ λέῃ,
ἔσπαγε πλάκα μὲ τὰ πιτσιρίκια,
κούναγε τὸ καπέλλο, πήδουσε πά’ στὸ βρίκι,
τὸ φλόκο σήκωνε καὶ τράβαγε στὸ σπίτι
σὰ γέρος ἀετὸς μὲς στὴ λιακάδα.

Ἀνάγνωση: Ἑρρῖκος Ἴψεν, «Τέριε Βίγκεν»

Τὴν Πρωτοχρονιὰ 01/01/2020, στὶς 20:00, μπορεῖτε ν’ ἀκούσετε τὴν ἀνάγνωση τοῦ ἰψενικοῦ ἀφηγηματικοῦ ποιήματος: Τέριε Βίγκεν, ἀπὸ τὸν μεταφραστή-ἠθοποιὸ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλο στὴν ἐκδήλωση τοῦ facebook:

https://www.facebook.com/events/388698735564635

Τὸ ποίημα θὰ ἐκδοθῇ πρωτομεταφραζόμενο ἀπὸ τὴ Νορβιγικὴ στὴ Σειρὰ Ἴψεν τῶν Ἐκδόσεων.

Ἐξομολόγηση

Ἀπὸ τὸν Ὄλαφ Λίλιεκρανς:

Διαβάζει ὁ μεταφραστής-ἠθοποιὸς Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.

Ξέρεις ποῦ τὴν πρωτόειδα ἐγὼ νὰ περπατάῃ;:
Ἀπόγευμα, μὲ τὸ ἄτι μου, ἐρχόμουν ἀπ᾽ τὸ Γιούλβικ –
ἀλλά, σὰ νὰ μοῦ φαίνεται, γιορτή πὼς ἦταν τότε…
Εἶχε βαρύνει ὁ νοῦς πολύ καὶ ἡ καρδιὰ ματώσει!
Καὶ κάτι μὲ κατέτρωγε -τί νἆταν δὲ θυμᾶμαι.
Ἐκάλπαζα ὁλομόναχος πά᾽ στὴν πλαγιὰ τοῦ λόφου
καὶ τ᾽ ἄγρια μεσάνυχτα τὸ ποταμάκι ἐδιάβη·
ἐκεῖ σὰ ν᾽ ἄκουσα χορδὲς νὰ παίζουν μίας ἅρπας·
σὰν τραγουδάκι ἐρχότανε στοὺς κάμπους, τὰ λιβάδια·
σὰ γόητα ἦταν μουσικὴ μὲ λύπη νἄχῃ μέσα.
Ἐσταύρωσα τὰ χέρια μου – τὴν προσευχή μου πιάνω! –,
μὰ δέθηκεν ἡ γλῶσσα μου κ᾽ οἱ σκέψεις μου θολῶσαν·
οἱ νότες μὲ μαγέψανε -τὸ λογισμό μοῦ κλέψαν.
Τὴ μιά σὰ γέλιο ἀκούγονταν, τὴν ἄλλη ὁπως τὸ κλάμα –
τὴ μιὰ χαράν ἐσκόρπαγε, τὴν ἄλλη μοῦ φαινόταν
σὰ νἆταν λύπη μέγιστη ποὺ τὴν καρδιὰ συθλίβει,
σὰ νἆταν θλίψη τρομερὴ καὶ θάνατος ὁλοῦθε
μές στὸ σκοπὸν ποὺ γήτευε, κυλοῦσε, προχωροῦσε
καὶ σὰ νερό μὲ κύκλωνε κ᾽ ἐπιάνετο ἡ ἀνάσα!
Μυστήρια χάθηκε λοιπὸν ὁ λογισμὸς κι ὁ νοῦς μου –
λές καὶ συνάμα φοβερές κ᾽ εὐγενικές ἀντάμα
δυνάμεις ποὺ μὲ σέρνανε, στὸ λόφο μὲ πηγαῖναν.
Ἔπρεπε ᾽γὼ ν᾽ ἀνέβω κεῖ παρά τὴ βούλησή μου.
Κι ὅσ᾽ ὁ σκοπὸς συνέχιζε, ξεστράτισα τοῦ δρόμου
καὶ πόσο πέρα νἄφτασα ποῦ νὰ θυμᾶμαι τώρα;..
Τὸ ἄλογό μου στάθηκε καὶ βγῆκα ἀπὸ τὸν ὕπνο.
Ἐγὼ κοιτοῦσα ὁλόγυρα μὲ βλέμμα ὁλο ἀπορία·
μὰ τί ὀμορφιά, τί χάρη ἐκεῖ! Ὁμως, ὁ τόπος τοῦτος
ὁπὄφτασα καὶ γύριζα, ἀγνωστος μοῦ φαινόταν!
Σὲ κοιλάδα βρισκόμουνα..- σκιὲς μαζὶ γαλήνη
κ᾽ ἐκεῖ δροσοῦλα στάλαζε παντοῦ στὸ μέρος πάνω!
Τὸ φεγγαράκιν ἔπαιζε μές στὸ νερὸ τῆς λίμνης·
καθὼς χαμογελοῦσε αὐτό, ὅπως χανόταν πέρα,
τὸ κυματάκι δίπλωνε κι ἀντιλαλοῦσε ὁ ἦχος!
Μαζὶ καὶ νοῦς καὶ κεφαλὴ στοὺς ὤμους βαριοστέκαν –
ἂχ πόσο τὄθελα ναὐρῶ λιγο νὰ ξαποστάσω·
ἐκεῖ σὲ φλαμουριὰ λοιπὸν ἐστρώθην ἀποκάτω
στοῦ δάσους μές τὸν ψίθυρο καὶ τὴ γλυκειὰν ἀνάσα!
Ἔτσι μπῆκα μές στὸ χορὸ κ᾽ ἐγὼ τὸν ξωτικίσιο·
ἡ πιό ὀμορφη μοῦ φόρεσε στεφάνι ὁλο φτειαγμένο
ἀπὸ λουλούδια γαλανὰ καὶ κρίνα ποὖν᾽ κατάσπρα.
Μές στὴν ψυχή μὲ τρύπησε τὸ βλέμμα της ἐκεῖνο·
μέσα στ᾽ ἀφτὶ ψιθύρισε καὶ γρίφους ἀφουγκράσθην·
αὐτὰ δὲ θὰ τὰ βγάλω ἐγὼ ποτέ μου ἀπὸ τὴ μνήμη:
Ὄλαφ Λίλιεκρανς, ξέρεις σύ χαρά ποῦ μεγαλώνει;
Ἀλήθεια ξέρεις σύ γιὰ σέ, εἰρήνη πότε θαὔρῃς;
Ἀπ᾽ ὅσα μικροβότανα ποὺ στέκουν στὴ σειρά τους,
ἐσύ νὰ ξεδιαλέξῃς κεῖ τὸ πρῶτο σ᾽ ὀμορφάδα
καὶ νὰ μετρήσῃς βγάζοντας τὰ φύλλα ἕνα-ἕνα
καὶ στὸν ἀγέρα μακριά νὰ τὰ σκορπίσῃς πέρα·
τότε,.. πρῶτα λοιπὸν ἐσὺ θεναὔρῃς τὴ χαρά σου!

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.



Στὸ Βορρᾶ…

Ἀπὸ τοὺς Πολεμιστὲς στὸ Χέλγκελαντ:

ΓΙΕΡΝΤΙΣ: Θὰ δῇς ἐδῶ πράγματα, ποὺ δέν τἄχεις ματαδεῖ στὸ βασιλικὸ παλάτι τῆς Ἀγγλίας· θἄμαστε μαζὶ σὰν ἀδερφές, ὅπως τότε ποὺ μὲ φιλοξενοῦσες ἐσύ· κάτω στὴ θάλασσα θὰ πηγαίνουμε, ὄταν θὰ ξαναρχίζῃ ἡ καταιγίδα· ἐσὺ θὰ βλέπῃς τὰ κύματα νὰ ὁρμᾶνε στὴν ἀκτὴν σὰν ἄγρια ἄλογα μὲ τὶς ἄσπρες χαῖτες τους,.. κ᾽ ἔξω πέρα θἆναι οἱ φάλλαινες!: Πηγαίνει ἡ μιὰ πάνω στὴν ἄλλη, σὰν πολεμιστὲς στὸ ἀτσάλι ὅλο ντυμένοι! Χά, τί εὐτυχία νὰ κάθεσαι σὰ μάγισσα στὴν πλάτη φάλλαινας, μπροστὰ ἀπ᾽ τὴν πλώρη νὰ πηγαίνῃς, νὰ φέρνῃς τρικυμίες καὶ νὰ μαγεύῃς τοὺς ἄντρες καὶ μ᾽ ὄμορφα τραγούδια μαγικὰ νὰ τοὺς τραβᾷς στὰ βάθη!

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.