fbpx

Ἡ ἀγριόπαπια

Τίτλος πρωτοτύπου: Vildanden: Skuespil i fem akter.
Εἶδος: Ρεαλιστικὸ δρᾶμα.
Πρώτη παράσταση: 09/01/1885 (Ἐθνικὸ Θέατρο τοῦ Μπέργκεν).
Ἔτος πρώτης ἔκδοσης πρωτοτύπου: 11/11/1884.
Ἔτος πρώτης μετάφρασης: Σουηδικά (1885).
Τόπος τῆς πλοκῆς: Νορβηγία (μᾶλλον κοντὰ στὸ Βόλντα -βορειότερα τοῦ Μπέργκεν).
Ἐποχὴ τῆς πλοκῆς: 19ος αἰῶνας.
Σημαντικώτερο δραματουργικὸ ὑλικό: Τὸ λυρικὸ ποίημα: Τὸ θαλασσοπούλι, τοῦ Γιόχανν Σεμπάστιαν Βέλχαβεν.
Πρόσωπα τοῦ ἔργου: Ο ΜΕΓΑΛΕΜΠΟΡΟΣ ΒΈΡΛΕ, ΓΚΡΈΓΚΕΡΣ ΒΕΡΛΕ, Ο ΓΕΡΟ-ΈΚΝΤΑΛ, ΓΙΆΛΜΑΡ ΕΚΝΤΑΛ, ΓΚΊΝΑ, ΧΈΝΤΒΙΓΚ, ΚΥΡΙΑ ΣΈΡΜΠΥ, ΡΈΛΛΙΝΓΚ, ΜΌΛΒΙΚ, Ο ΛΟΓΙΣΤΗΣ ΓΚΡ῀ΩΜΠΕΡΓΚ, ΠΈΤΤΕΡΣΕΝ, ΓΙΈΝΣΕΝ, ΕΝΑΣ ΠΑΧΥΣ ΚΥΡΙΟΣ, ΕΝΑΣ ΦΑΛΑΚΡΟΣ ΚΥΡΙΟΣ, ΕΝΑΣ ΜΥΩΠΑΣ ΚΥΡΙΟΣ, ΕΞΙ ΑΛΛΟΙ ΚΥΡΙΟΙ, ΜΙΣΘΩΜΕΝΟΙ ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΙ.
Ἔκταση: Πεντάπρακτο.
Εἰσαγωγὴ τῆς πλοκῆς: Ἐπιστρέφει στὴν πόλη ἀπὸ τὰ ἔργα ψηλὰ στὸ Χόινταλ, ὁ γυιὸς τοῦ ΜΕΓΑΛΕΜΠΟΡΟΥ ΒΕΡΛΕ, ΓΚΡΕΓΚΕΡΣ. Σ’ ἕνα δεῖπνο πρὸς τιμήν του, ξανασυναντάει τὸν παληό του φίλο ΓΙΑΛΜΑΡ ΕΚΝΤΑΛ· ἐνθυμούμενος τὰ δικά του οἰκογενειακὰ ζητήματα, ἀποφασίζει νὰ βάλῃ μιὰ τάξη στὸν οἶκο τοῦ ἀποκατεστημένου πιὰ φίλου του…

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.

J. S. Welhaven – Τὸ θαλασσοπούλι

[Μεταφρασμένο ἀπὸ τὸν Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλο τὸ ποίημα ποὺ ἀπετέλεσε πρῶτο ὑλικὸ γιὰ τὴν Ἀγριόπαπια τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν.]

Ἤρεμη μιὰ ἀγριόπαπια κολυμπάει
ψηλά κοντὰ στὴ στεριά.
Τὸ κυματάκι σκάει
στὴ λευκή της τὴν ποδιά.

Κυνηγὸς σκυφτὸς στὴ σκιά,
πά᾽ στὴν ἀπότομη πλαγιά,
γιὰ πλάκα ρίχνει μιά
στῆς πλάσης τὴν τόσην ὀμορφιά.

Τὸ πουλὶ πῶς νὰ φύγῃ
στὴ φωλιά του νὰ κρυφτῇ;..
Ποτέ της δὲ θὰ παραπονεθῇ
ὅσο κι ἂν βασανισθῇ.

Κ᾽ ἔτσι βουτάει σιωπηλά
στὸ σκότεινο τὸ φιὸρδ βαθιά.
Ἀποπάνω τὸ κύμα τὸ ψυχρὸ
μεμιᾶς σβήνει τὴν ὁδό.

Μές στῆς θάλασσας τὸν πάτο
μεγαλώνει φύκι ἀφράτο..-
κεικάτω τὰ βλέφαρα σφαλνᾶ,
πλάι στὰ ψάρια τὰ βουβά.

Κουμπιά…

[Ἀπὸ τὴν ὑποσημείωση 79 τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου, στὴν Ἀγριόπαπια:]

Γράφει ὁ John Paulsen στ᾽ ἀπομνημονεύματά του γιὰ τὸν Ἴψεν:

Τὸ ἰδανικὸ ⟨τοῦ Ἴψεν⟩ ἦταν ὁ selfmade man [=ὁ αὐτοδημιούργητος ἄνθρωπος· Ἀγγλικὰ στὸ πρωτότυπο]. Ὅταν ἔφευγε ἕνα κουμπὶ ἀπ᾽ τὸ παντελόνι του – ποὺ συμβαίνει ἀκόμα καὶ στὸν μέγιστο τῶν ποιητῶν –, πήγαινε στὸ δωμάτιό του, κλείδωνε τὴν πόρτα καί, ὕστερ᾽ ἀπὸ πολλὲς ἄχρηστες καὶ κωμικὲς προετοιμασίες, ἔραβε τὸ κουμπὶ μοναχός του -μὲ τὴν περισσὴ φροντίδα ποὺ θὰ καθαρόγραφε κάποιο καινούργιο δρᾶμα!.. Δὲν ἐμπιστευόταν μιὰ τόσο σημαντικὴ ἐργασία οὔτε στὴ γυναῖκα του! Ἕν᾽ ἀπ᾽ τὰ παράδοξα τοῦ Ἴψεν ἦταν ἡ ρήση του: Κανένα θηλυκὸ δὲ θὰ μπορέσῃ νὰ ράψῃ κουμπί, ὅπως ἐγώ.

Ἡ κυρία Ἴψεν γέλαγε κοροϊδευτικὰ καὶ μ᾽ ὑπονοούμενο, σὰν ἄκουγε τὸν ποιητὴ τῆς Νόρας νὰ λέῃ τέτοια… Κάποτε μοῦ ἐμπιστεύθηκε: «Ἀλήθεια εἶναι· ὁ Ἴψεν ράβει μόνος τὰ κουμπιά του! Μὰ πόσο κρατᾶνε πάνω στὸ παντελόνι, εἶναι δικό μου ἔργο. Χωρὶς νὰ τὸ ξέρῃ, σφιχτοδένω τὸ κουμπὶ μὲ κλωστή, ἐπειδὴ τὸ ξεχνάει πάντα []! Ὅμως, ἀφήστε τον νὰ πιστεύῃ ὅ,τι ἐκεῖνος θέλει -φαίνεται πὼς τοῦτο τὸν κάνει εὐτυχισμένο.»

Τὰ ζωτικὰ ψεύδη τῆς Ἀγριόπαπιας στὰ μικρὰ καὶ καθημερνά!, σκέφτηκα καί… γέλασα μὲ τὴν ψυχή μου… [] Κάποιο χειμῶνα στὸ Μόναχο μὲ ρώτησε ὁ Ἴψεν μὲ σοβαρότητα καὶ λυπημένο πρόσωπο: «Πῆτε μου τώρα, Πάουλσεν!.. Καθαρίζετε κάθε πρωὶ τὶς μπόττες σας μόνος;» Μπερδεμένος ἀπάντησα: «Ὄχι…» κ᾽ ἔνοιωσα μᾶλλον τύψεις σὰν τὸ ξεστόμισα… Σκοτείνιασα, γιατὶ ἤμουν βέβαιος πὼς παρέλειπα μιὰν ὑποχρέωση πρὸς τὸν ἑαυτό μου καὶ τὴν ἴδια τὴν κοινωνία! «Πρέπει ὅμως νὰ ξεκινήσετε… Θὰ γίνετε ἄλλος ἄνθρωπος… Ποτέ νὰ μὴν ἀφήνῃς στοὺς ἄλλους πράγματα, ποὺ μόνος σου θἄπρεπε νὰ φροντίζῃς… Ξεκινήστε τώρα νὰ καθαρίζετε τὶς μπόττες σας καὶ θὰ συνεχίσετε μὲ τὴν τακτοποίηση τοῦ δωματίου σας, τὴ θέρμανση κ.λ. Ἔτσι θὰ προβάλῃ ἀπὸ μέσα σας ἕνας ἐλεύθερος ἄντρας -ἀνεξάρτητος ἀπ᾽ ὁποιονδήποτε!»

Ἕνα πουλί…

ΓΚΡΕΓΚΕΡΣ: Ἕνα πουλὶ μέσα. Μὴ κ᾽ εἶναι πάπια;
ΕΚΝΤΑΛ: Προφανῶς κ᾽ εἶναι πάπια!
ΓΙΑΛΜΑΡ: Ἄλλα σὰν τί πάπια νομίζεις;..
ΧΕΝΤΒΙΓΚ: Δὲν εἶναι μιὰ συνηθισμένη πάπια…
ΓΚΡΕΓΚΕΡΣ: Οὔτε πάπια Βαρβαρίας.
ΕΚΝΤΑΛ: Ὄχι, κύριε… Βέρλε. Δέν εἶναι Βαρβαρίας,.. εἶναι μιὰ ἀγριόπαπια. Τὸ «πουλί», ποὺ λέτε σεῖς,.. εἶναι μιὰ ἀγριόπαπια. Ἡ δικιά μας ἀγριόπαπια, ἀγαπητέ μου.

Ἀπὸ τὴν Ἀγριόπαπια σὲ μετάφραση τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλο.

Ἀπὸ τὴν ἀνάλυση τῆς «Ἀγριόπαπιας»

[Τοῦ μεταφραστῆ καὶ σχολιαστῆ τοῦ Ἴψεν, Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου:]

Μεγαλώνουμε κι ἀνατρεφόμαστε, μ᾽ ὅποια ἐπιτυχία, ἐκλαμβάνοντας τὴν ἁρμονία τῆς οἰκογένειας ὡς κάτι αὐταπόδεικτο. Τέτοια εἶν᾽ ἡ κοινωνικὴ ἀνάγκη ποὺ δέν ἀφήνει περιθώρια στὴν ἐννόηση τοῦ προφανοῦς: Τό «αὐταπόδεικτο» δέν εἶναι παρὰ εὐκτέο… Προϋποθέτουμε ὡς τετελεσμένο ὅ,τι θἄπρεπε νἆναι ἀντικείμενο συνεχοῦς πάλης σὲ μιὰν ἀρένα ὅπου μοναδικὸ ὅπλο κι ἀσπίδα στέκει ἡ φιλαλήθεια· ὄχι βεβαίως ἡ ἰδεοληψία κάθε ΓΚΡΕΓΚΕΡΣ, γιατὶ κι αὐτὴ βαθύτατο ψέμα συστήνει στὴν προσπάθειά της νὰ καλουπώσῃ τὸν Κόσμο μές στὰ λειψά της μέτρα… Ἡ κριτικὴ στάση ξεκινάει ἀπ᾽ τὰ πλέον οἰκεῖα, τὰ πλέον «δικά», φαίνεται νὰ ὑποστηρίζῃ ὁ δραματουργός. Ἡ ἀγριόπαπια συμπληρώνει, ἔτσι, τὸ αἴτημα γιὰ καθαρότητα βίου ποὺ προβάλλει ἄτεγκτο στὸ προηγούμενο δρᾶμα: Ἡ αὐλαία κλείνει ἐκεῖ μὲ τὸ γιατρὸ ΣΤΟΚΜΑΝΝ νὰ ἐπαίρεται γιὰ τὴν ἱκανότητά του νὰ παραμένῃ, ἂν καὶ κοινωνικὰ ἀπομονωμένος, ὄρθιος· μὰ ἔχει γύρω του τ᾽ ἀγαπημένα πρόσωπα -τὴν οἰκογένειά του. Τί ρώμη κι ἀδαμάντινο χαρακτῆρα θἄδειχνε τάχα, ἂν τὸ σπιτικό του ἔζεχνε ἀπὸ βρικολακιασμένα μυστικά;..

Γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ δράματος, βλ. ἐδῶ.