fbpx

Οἱ πολεμιστὲς στὸ Χέλγκελαντ – Α΄ πράξη – σκηνικὲς ὁδηγίες

Ἀπὸ τοὺς Πολεμιστὲς στὸ Χέλγκελαντ, μετάφραση-σχολιασμός: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐκδόσεις ΘΑΠ, Ἀθήνα 2020, σελ. 45.

Ἡ δράση ἐκτυλίσσεται κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἕρικ Μπλοῦεξ [ἀρχαιοσκανδιναυικὰ Eiríkr blóðöx (895-954)· γυιὸς τοῦ βασιλιᾶ τῆς Νορβηγίας Χάραλτ Χώρφαγκρε († περίπου 940).], πλησίον τοῦ οἴκου τοῦ ΓΚΟΥΝΝΑΡ στὴ Βόρεια Νορβηγία.

Ψιλοκρεμαστὴ ἀκτὴ ποὺ χάνεται στὸ βάθος ἀπότομα κάτω μές στὴ θάλασσα. Στ᾽ ἀριστερὰ λεμβοστάσιο, στὰ δεξιὰ λόφοι καὶ δάση. Τὰ κατάρτια δύο πολεμικῶν πλοίων φαίνονται κάτω στὸν κόλπο· πέρα πρὸς τὰ ἔξω δεξιὰ ὕφαλοι καὶ νησάκια· ἡ θάλασσα ταραγμένη πολύ -χειμῶνας μὲ χιονόπτωση κι ἄνεμο.

Ἔρχεται ὁ ΣΙΓΚΟΥΡΝΤ πάνω, ἀπὸ τὰ πλοῖα· φοράει ἄσπρο χιτῶνα μ᾽ ἀργυρὴ ζώνη, σκούρα γαλάζια κάππα, σκελέα, ποδήματα ἀπὸ δέρμα κι ἀτσαλένιο κράνος· στὰ πλευρό του κρέμεται κοντὸ ξίφος. Ὁ ΕΡΝΟΥΛΦ ἐμφανίζεται ἀμέσως μετὰ ἀνάμεσα στοὺς λόφους, ντυμένος μὲ σκουρόχρωμο χιτῶνα ἀπὸ δέρμα ἀρνιοῦ, μ᾽ ἀτσαλένιο θώρακα, περικνημίδες, δερμάτινα ποδήματα καὶ μάλλινες κάλτσες· στοὺς ὤμους κοκκινοκαφετιὰ κάππα μὲ τὴν κουκοῦλα τραβηγμένη πάνω ἀπὸ τὸ κράνος, ὥστε τὸ πρόσωπο νἆναι κρυμμένο· ψηλὸς καὶ γεροδεμένος πολύ, μὲ μακριὰ ἄσπρη γενειάδα, γέρος καὶ λίγο κυρτωμένος· ὡπλισμένος μὲ στρογγυλὴ ἀσπίδα, σπαθὶ καὶ δόρυ.

ΣΙΓΚΟΥΡΝΤ μπαίνει πρῶτος, κυττάει τριγύρω, πέφτει τὸ βλέμμα στὸ
λεμβοστάσιο, πάει γοργά κατακεῖ καὶ προσπαθεῖ νὰ σπάσῃ τὴν πόρτα.

Ρόκγουελλ Κέντ. Βιοπαλαισταὶ τῆς θαλάσσης. 1907.

Ὡς Βαβυλών…

[Ἀπὸ τὴν τραγῳδία: Οἱ πολεμιστὲς στὸ Χέλγκελαντ τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν· μετάφραση Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.]

Χά, τί εὐτυχία νὰ κάθεσαι σὰ μάγισσα στὴν πλάτη φάλλαινας, μπροστὰ ἀπ᾽ τὴν πλώρη νὰ πηγαίνῃς, νὰ φέρνῃς τρικυμίες καὶ νὰ μαγεύῃς τοὺς ἄντρες καὶ μ᾽ ὄμορφα τραγούδια μαγικὰ νὰ τοὺς τραβᾷς στὰ βάθη!

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.



Ἀπὸ τὴν ἀνάλυση τῶν «Πολεμιστῶν στὸ Χέλγκελαντ»

[Ἀπὸ τὴν ἀνάλυση τῆς τραγωδίας τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου στὴ σχολιασμένη του ἔκδοση τοῦ ἔργου:]

Μιὰ μυστήρια δύναμη εἶναι μές σ’ ὅλα σου τὰ λόγια, ἀναφωνεῖ ὁ ΣΙΓΚΟΥΡΝΤ στὴν Γ΄ πράξη, καθὼς συλλογίζεται ὅ,τι τοῦ λέει ἡ ΓΙΕΡΝΤΙΣ -μιὰ δύναμη ἀνορθολογική, ἔξω ἀπὸ κοινωνικὰ σχήματα καὶ παραδεδομένα, μακριὰ ἀπὸ τὰ εὐλογοφανῆ καὶ συνηθισμένα -μιὰ δύναμη θεμελιωδῶς τραγική.

Παρακάμπτοντας τὰ σημαντικὰ κίνητρα τοῦ Ἴψεν, ποὺ δέν πρέπει νὰ λησμονοῦνται καὶ οὔτε νὰ ὑποτιμοῦνται, γιὰ τὴν ἐμπέδωση κι ἀποκάλυψη μιᾶς ἐθνικῆς συνειδήσεως στὴ νεοσύστατη Νορβηγικὴ ἐπικράτεια τοῦ 19ου αἰῶνος, ἀναρωτᾶται ὁ σύγχρονος μή Νορβηγὸς τί μένει ἀπὸ τὸ δρᾶμα. Ἡ ἀπάντηση κρύβεται στὴν παραπάνω ρήση τοῦ ΣΙΓΚΟΥΡΝΤ. Ἂν τὸ ἔργο ἰδωθῇ μές ἀπ᾽ αὐτήν, τότε διασῴζεται ὡς τραγῳδία κατὰ τὸ εἶδος κ᾽ ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς τοῦ δημιουργοῦ. Ἡ ἀπογοητευμένη σύζυγος στὸ Χέλγκελαντ δέν στέκει μόνον ὡς προανάκρουσμα τῆς ἡρωίδος ἀπὸ τὴν Ἕντα Γκάμπλερ, ἀλλὰ κι ὡς αὐτοτελὴς τραγικὴ μορφὴ στὸ ὅλο ἰψενικὸ πάνθεον.

Στὸ Βορρᾶ…

Ἀπὸ τοὺς Πολεμιστὲς στὸ Χέλγκελαντ:

ΓΙΕΡΝΤΙΣ: Θὰ δῇς ἐδῶ πράγματα, ποὺ δέν τἄχεις ματαδεῖ στὸ βασιλικὸ παλάτι τῆς Ἀγγλίας· θἄμαστε μαζὶ σὰν ἀδερφές, ὅπως τότε ποὺ μὲ φιλοξενοῦσες ἐσύ· κάτω στὴ θάλασσα θὰ πηγαίνουμε, ὄταν θὰ ξαναρχίζῃ ἡ καταιγίδα· ἐσὺ θὰ βλέπῃς τὰ κύματα νὰ ὁρμᾶνε στὴν ἀκτὴν σὰν ἄγρια ἄλογα μὲ τὶς ἄσπρες χαῖτες τους,.. κ᾽ ἔξω πέρα θἆναι οἱ φάλλαινες!: Πηγαίνει ἡ μιὰ πάνω στὴν ἄλλη, σὰν πολεμιστὲς στὸ ἀτσάλι ὅλο ντυμένοι! Χά, τί εὐτυχία νὰ κάθεσαι σὰ μάγισσα στὴν πλάτη φάλλαινας, μπροστὰ ἀπ᾽ τὴν πλώρη νὰ πηγαίνῃς, νὰ φέρνῃς τρικυμίες καὶ νὰ μαγεύῃς τοὺς ἄντρες καὶ μ᾽ ὄμορφα τραγούδια μαγικὰ νὰ τοὺς τραβᾷς στὰ βάθη!

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.



Θρῆνος σκάλδου

[Τὸ ποίημα ἀπὸ τὸ ἰψενικὸ δρᾶμα: Οἱ πολεμιστὲς στὸ Χέλγκελαντ σὲ μετάφραση Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου. Ἀπαγγέλει ὁ σκάλδος ἜΡΝΟΥΛΦ ποὔχει χάσει καὶ τοὺς ἑφτά του γυιούς. Σκάλδος ἦταν ὁ Ἀρχαιοσκανδιναβὸς ποιητὴς ποὺ ὑμνοῦσε ἡρωικὰ κατορθώματα· Μπράκε ὁ θεὸς τῶν σκάλδων καὶ Σούττουνγκ ἕνας μυθικὸς γίγαντας (γιότουν) ποὺ τὸ ὑδρόμελό του ἔδινε δύναμη ποιητικὴ καὶ διορατική.]

Στὸ πνεῦμα ποὺ τὸ βάσανο κεντρίζει,
τοῦ Μπράκε ἡ χάρη φανερώνεται λειψή·
τὸ σκάλδο μιὰ ἀγωνία κυβερνάει,
καὶ λύπη πιάνει τοῦ σκοποῦ του τὴ στροφή.

Μοῦ δώρισε τῶν σκάλδων ἡ θεότης
νἄχω τὴ δύναμη νὰ πλέκω τὸ σκοπό·
Τὸ θρῆνο μου, ἀφήστε ν’ ἀντηχήσῃ
γιὰ τὴ βαρειά μου ἀπώλεια -τὸ χαμό!

Οἱ ὀλέθριες οἱ Μοῖρες ποὺ συντρίψαν
τὸ δρόμο μου στὸν Κόσμο ὁλότελα-σκληρά..-
μοῦ κλέψανε χαρὰ καὶ εὐτυχία,
‘ρημῶσαν τοῦ Ἔρνουλφ ὅλα πέρα τὰ δικά.

Τοὺς γυιούς του τοὺς ἑφτά, ὁ βίκινγκ Ἔρνουλφ
ἔλαβε νἄχῃ ἀπ’ τοὺς μεγάλους τοὺς θεούς·
μὰ τώρα ὁ γέρος μοναχός πηγαίνει
μές στὴ ζωή του δίχως νὰ βλέπῃ τοὺς γυιούς.

Τοὺς γυιούς του τοὺς ἑφτά – ἐκεῖνοι ὡραῖοι –
αὐτὸς μεγάλωσε καταμεσῆς κεῖ τῶν σπαθιῶν·
προστάτευαν τὸν ἀσπρομάλλη βίκινγκ
μὲ τὴ δύναμη τῶν ψηλότερων φραχτῶν.

Τώρα πιὰ οἱ φράχτες κεῖνοι σπάσαν-πέσαν,
γιατὶ θάνατο βρῆκαν οἱ δικοί μου γυιοί..-
ξέφραγο χτῆμα στέκει τώρα ὁ γέρος,
κ’ οἱ χῶροι μεῖναν ἀπ’ τὸν οἶκο του κενοί.

Θοῦρολφ, ἐσύ, μικρό μου στερνοπούλι!
Γενναῖος στοὺς πιό γενναίους εἶχες σὺ σταθῆ!
Θ’ ἀκουγότανε σιωπηλὸς ὁ θρῆνος
ἂν μοῦ ’χες ἀπομείνει, μοναχός σωθῆ.

Σὰν ἄνοιξη, καήμε μου μεγάλε,
ἐσὺ στεκόσουνα μ’ ἀγάπη στὴν καρδιά..-
κ’ ἔτσι μεγάλωσες ἐσὺ στὰ χρόνια·
ὅλα σου πάνω ἐφάνηκαν ἡρωικά.

Μὲ θάνατο καὶ μὲ χαμὸ προβαίνει
ἡ θλίψη κείν’ ἡ χειρότερη καὶ φοβερή
μὲ τὴν ψυχὴ τὴ γέρικη νὰ πιάνῃ
νὰ τὴν πιέζῃ ὡς νἆν’ ἀσπίδα τρομερή.

Οἱ Μοῖρες φθονερὲς σωστὸ σὰ βρῆκαν
τὸ μερτικὸ σὲ μένα νὰ μὴ τὸ ἀρνηθοῦν,..
ράναν μὲ πόνο, βάσανο μεγάλο,
τὰ μονοπάτια πάνω τοῦ Ἔρνουλφ νὰ στρωθοῦν.

Σίγουρα ἐμένα τ’ ἄρματα βαρύναν·
ἂν ὅμως ἔχω τῶν θεῶν μου τὴν ἰσχύ,
ἕνα ποὺ θέλω καὶ ποθῶ νὰ γίνῃ:
γιὰ μέ, ἐκείνη ἡ Μοῖρα ἐκδίκηση νὰ βρῇ!

Ἕνα εἶναι ποὺ μοῦ ἀπόμεινε νὰ κάνω·
σὰν ἀπὸ Μοῖρα μοῦ ’χῃ ἐρθεῖ λοιπὸν χαμός..-
αὐτή σὰν ἅρπαξε ἀπὸ μὲ κ’ ἐχάθη
τὸν ἄριστο τὸ γυιό μου ποὺ ἦταν κι ὁ στερνός!

Ἀλλ’ ἅρπαξε τὸ σύμπαν ἀπὸ μένα;
Ὄχι, ὄχι, ἐκείνη δέν τὀκανε αὐτό..-
Πολύ νωρὶς ποὺ πῆρε ὁ Ἔρνουλφ ὅλο,
τοῦ Σούττουνγκ ἤπιε τὸ ὑδρόμελο ζεστό!

Μοῦ ’κλεψε τοὺς δικούς μου γυιοὺς ἐκείνη,
ἀλλὰ μοῦ ’δωσε τῆς γλώσσας τὸν καρπό –
νἄχω δύναμη καὶ σκοποὺς νὰ πλέκω
καὶ νὰ μπορῶ νὰ τραγουδάω τὸν καημό!

Ἔβαλε μέσα στὸ δικό μου στόμα
λοιπὸν ἐκείνη τοῦ ᾄσματος τὸ θησαυρό:
ὥστε ν’ ἀκούγεται καὶ ν’ ἀντηχάῃ
γιὰ τοὺς γυιούς μου ὁ δικὸς σκοπὸς ὁ θλιβερός!

Ἐσεῖς, γειὰ καὶ χαρά, ψηλοί μου φράχτες!
Ἐσεῖς, γειὰ καὶ χαρά, πά’ στὸ ἄτι σὰν ὁρμᾶ!
Κεῖνο τὸ δῶρο τῶν θεῶν γιατρεύει
τοῦ Κόσμου ὁλους τοὺς πόνους μαζι καὶ κακά!