fbpx

Θρῆνος σκάλδου

[Τὸ ποίημα ἀπὸ τὸ ἰψενικὸ δρᾶμα: Οἱ πολεμιστὲς στὸ Χέλγκελαντ σὲ μετάφραση Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου. Ἀπαγγέλει ὁ σκάλδος ἜΡΝΟΥΛΦ ποὔχει χάσει καὶ τοὺς ἑφτά του γυιούς. Σκάλδος ἦταν ὁ Ἀρχαιοσκανδιναβὸς ποιητὴς ποὺ ὑμνοῦσε ἡρωικὰ κατορθώματα· Μπράκε ὁ θεὸς τῶν σκάλδων καὶ Σούττουνγκ ἕνας μυθικὸς γίγαντας (γιότουν) ποὺ τὸ ὑδρόμελό του ἔδινε δύναμη ποιητικὴ καὶ διορατική.]

Στὸ πνεῦμα ποὺ τὸ βάσανο κεντρίζει,
τοῦ Μπράκε ἡ χάρη φανερώνεται λειψή·
τὸ σκάλδο μιὰ ἀγωνία κυβερνάει,
καὶ λύπη πιάνει τοῦ σκοποῦ του τὴ στροφή.

Μοῦ δώρισε τῶν σκάλδων ἡ θεότης
νἄχω τὴ δύναμη νὰ πλέκω τὸ σκοπό·
Τὸ θρῆνο μου, ἀφήστε ν’ ἀντηχήσῃ
γιὰ τὴ βαρειά μου ἀπώλεια -τὸ χαμό!

Οἱ ὀλέθριες οἱ Μοῖρες ποὺ συντρίψαν
τὸ δρόμο μου στὸν Κόσμο ὁλότελα-σκληρά..-
μοῦ κλέψανε χαρὰ καὶ εὐτυχία,
‘ρημῶσαν τοῦ Ἔρνουλφ ὅλα πέρα τὰ δικά.

Τοὺς γυιούς του τοὺς ἑφτά, ὁ βίκινγκ Ἔρνουλφ
ἔλαβε νἄχῃ ἀπ’ τοὺς μεγάλους τοὺς θεούς·
μὰ τώρα ὁ γέρος μοναχός πηγαίνει
μές στὴ ζωή του δίχως νὰ βλέπῃ τοὺς γυιούς.

Τοὺς γυιούς του τοὺς ἑφτά – ἐκεῖνοι ὡραῖοι –
αὐτὸς μεγάλωσε καταμεσῆς κεῖ τῶν σπαθιῶν·
προστάτευαν τὸν ἀσπρομάλλη βίκινγκ
μὲ τὴ δύναμη τῶν ψηλότερων φραχτῶν.

Τώρα πιὰ οἱ φράχτες κεῖνοι σπάσαν-πέσαν,
γιατὶ θάνατο βρῆκαν οἱ δικοί μου γυιοί..-
ξέφραγο χτῆμα στέκει τώρα ὁ γέρος,
κ’ οἱ χῶροι μεῖναν ἀπ’ τὸν οἶκο του κενοί.

Θοῦρολφ, ἐσύ, μικρό μου στερνοπούλι!
Γενναῖος στοὺς πιό γενναίους εἶχες σὺ σταθῆ!
Θ’ ἀκουγότανε σιωπηλὸς ὁ θρῆνος
ἂν μοῦ ’χες ἀπομείνει, μοναχός σωθῆ.

Σὰν ἄνοιξη, καήμε μου μεγάλε,
ἐσὺ στεκόσουνα μ’ ἀγάπη στὴν καρδιά..-
κ’ ἔτσι μεγάλωσες ἐσὺ στὰ χρόνια·
ὅλα σου πάνω ἐφάνηκαν ἡρωικά.

Μὲ θάνατο καὶ μὲ χαμὸ προβαίνει
ἡ θλίψη κείν’ ἡ χειρότερη καὶ φοβερή
μὲ τὴν ψυχὴ τὴ γέρικη νὰ πιάνῃ
νὰ τὴν πιέζῃ ὡς νἆν’ ἀσπίδα τρομερή.

Οἱ Μοῖρες φθονερὲς σωστὸ σὰ βρῆκαν
τὸ μερτικὸ σὲ μένα νὰ μὴ τὸ ἀρνηθοῦν,..
ράναν μὲ πόνο, βάσανο μεγάλο,
τὰ μονοπάτια πάνω τοῦ Ἔρνουλφ νὰ στρωθοῦν.

Σίγουρα ἐμένα τ’ ἄρματα βαρύναν·
ἂν ὅμως ἔχω τῶν θεῶν μου τὴν ἰσχύ,
ἕνα ποὺ θέλω καὶ ποθῶ νὰ γίνῃ:
γιὰ μέ, ἐκείνη ἡ Μοῖρα ἐκδίκηση νὰ βρῇ!

Ἕνα εἶναι ποὺ μοῦ ἀπόμεινε νὰ κάνω·
σὰν ἀπὸ Μοῖρα μοῦ ’χῃ ἐρθεῖ λοιπὸν χαμός..-
αὐτή σὰν ἅρπαξε ἀπὸ μὲ κ’ ἐχάθη
τὸν ἄριστο τὸ γυιό μου ποὺ ἦταν κι ὁ στερνός!

Ἀλλ’ ἅρπαξε τὸ σύμπαν ἀπὸ μένα;
Ὄχι, ὄχι, ἐκείνη δέν τὀκανε αὐτό..-
Πολύ νωρὶς ποὺ πῆρε ὁ Ἔρνουλφ ὅλο,
τοῦ Σούττουνγκ ἤπιε τὸ ὑδρόμελο ζεστό!

Μοῦ ’κλεψε τοὺς δικούς μου γυιοὺς ἐκείνη,
ἀλλὰ μοῦ ’δωσε τῆς γλώσσας τὸν καρπό –
νἄχω δύναμη καὶ σκοποὺς νὰ πλέκω
καὶ νὰ μπορῶ νὰ τραγουδάω τὸν καημό!

Ἔβαλε μέσα στὸ δικό μου στόμα
λοιπὸν ἐκείνη τοῦ ᾄσματος τὸ θησαυρό:
ὥστε ν’ ἀκούγεται καὶ ν’ ἀντηχάῃ
γιὰ τοὺς γυιούς μου ὁ δικὸς σκοπὸς ὁ θλιβερός!

Ἐσεῖς, γειὰ καὶ χαρά, ψηλοί μου φράχτες!
Ἐσεῖς, γειὰ καὶ χαρά, πά’ στὸ ἄτι σὰν ὁρμᾶ!
Κεῖνο τὸ δῶρο τῶν θεῶν γιατρεύει
τοῦ Κόσμου ὁλους τοὺς πόνους μαζι καὶ κακά!

Ὁ μεταλλωρύχος

[Λυρικὸ ποίημα τοῦ 1851. Μετάφραση ἀπὸ τὰ Νορβηγικά: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.]

Βουνίσια πέτρα, θενα σπάσῃς μὲ κλαγγή
μὲ τοῦ σφυριοῦ μου τὴ δύναμη τὴ φοβερή.
Δρόµος πρέπει ἀπὸ μένα κεικάτω ν᾿ ἀνοίξῃ,
ὡσότου τὸ μέταλλο νὰ κάνω ν’ ἀντηχήσῃ!

Βαθιά, στοῦ βουνοῦ τὴν ἔρημη νυχτιά,
μοῦ γνέφουνε μένα τοῦ πλούτου τὰ προικιά:
διαµάντια, πέτρες πολύτιμες κι ἀκριβές
καί, στὸ χρυσάφι ἀνάμεσα, φλέβες πορφυρές!

Μές στὴν ἄβυσσο, ὅλα ἐν εἰρήνῃ,
αἰῶνες ἠρεµία, θανατερή γαλήνη.
Ἄνοιξε δρόμο, σφυρὶ τρομερό,
ὥς τὴν καρδιά μου καὶ μές στὸ βουνό!

Μιὰ φορὰ κ’ ἕναν καιρό, μὲ βλέπαν χαρωπό
ἀποψηλὰ τ’ ἀστέρια κεῖ -στὸν ἄπειρο τὸν οὐρανό·
περπατοῦσα στῆς Ἄνοιξης τὸν ἀνθισμένο δρόμο·
ἀνεμελιά παράστεκε γιὰ σύντροφος στὸν ὦμο.

Λησμόνησα, ὅμως, τὸ φῶς τῆς μέρας
μές στὸ λαγούμι τὸ σκοτεινὸ τῆς νύχτας·
λησμόνησα τραγούδια, στεναγμοὺς
μὲς στοὺς δικούς μου ὑπόγειους σκοπούς…

Τὴν ἐποχὴν ἐκείνη πρῶτοκατέβηκα ἐδῶ
καὶ κάθησα καὶ σκέφτηκα μ’ ἀγνό μυαλό:
Τὰ πνεύματα τῆς ἀβύσσου θὰ μοῦ ποῦν
καὶ τῆς ζωῆς τ’ ἀτέλειωτο τὸ αἴνιγμα θὰ βροῦν…

Ὅμως, στοιχειὸ κανένα δὲ δασκάλεψε
κι αὐτὸ πάρα πολύ μὲ παραξένεψε…
Κεραυνὸς δὲν ἔφτασε ἀπ’ τὰ ὕψη
τῆς γῆς τὰ βάθη νὰ μοῦ ἀποκαλύψῃ.

Ἤτανε πλάνη; Μὰ μήπως μ’ ὡδηγοῦσε
κεῖ στὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας μὲ ὠθοῦσε;
Πάντοτε, λάμψη τὰ μάτια τυφλώνει,
ἐκεῖνα σὰν κάποιος ψηλά τὰ σηκώνῃ.

Ὄχι, κάτω θὰ πάω -στὰ βάθη ἐκεῖ:
Εἰρήνη θενάβρω αἰώνια, σιωπηλή.
Ἄνοιξε δρόμο, σφυρὶ τρομερό,
ὥς τὴν καρδιά μου καὶ μές στὸ βουνό!

Σφυριά στὴ σφυριά, ξανά καὶ ξανά
ὡσότου φτάσῃ ἡ ὕστατη φορά.
Πουθενά δὲ φαίνεται ἡ πρωινὴ ἡ ἀχτῖδα.
Πουθενά τοῦ ἥλιου ἡ χρυσῆ ἡ ἐλπίδα.

Thor's Fight with the Giants (Mårten Winge) - Nationalmuseum - 18253.tiff
Mårten Eskil Winge. Ὁ σκανδιναβικὸς θεὸς τοῦ κεραυνοῦ Θὼρ μὲ τὸ σφυρί του Μιέλνιρ ὡς τρομερὸ ὁπλὸ στὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν Γιγάντων. 1872. Ἐθνικὴ Πινακοθήκη Νορβηγίας, Ὄσλο. [Offentlig eiendom, Lenke]

Στὸ λεύκωμα συνθέτη

[Νορβηγικὸς τίτλος: I en komponists stambog. Γραμμένο στὸ λεύκωμα τοῦ Ἔντβαρ Γκρὴγκ τὸ 1866 -τότ’ ἐργαζόταν πάνω στὸν Μπράντ. Μτφ ἀπὸ Henrik Ibsens Skrifter, τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Orpheus slog med toner rene
Ὁ Ὀρφέας ἔβγαζε ἤχους μὲ καθάριους τόνους:
ånd i vilddyr, ild i stene.   
ψυχή ἀπὸ τ’ ἄγρια θηρία, πυρά ἀπ’ τοὺς βράχους.

Stene har vort Norge nok af;
Βράχοι δὲ λείπουνε στὴ Νορβηγία·
vilddyr har vi og en flok af.
περίσσεια ἔχουμε κι ἀπ’ ἄγρια θηρία.

Spil, så stenen spruder gnister!   
Παῖξε, οἱ βράχοι νὰ σπιθοβολήσουν!
Spil, så dyrehammen brister!
Παῖξε, τὰ καταφύγια κ’ οἱ σπηλιὲς νὰ τρίξουν!

1847-9 – Πρώιμα λυρικὰ ποιήματα

Συνέθεσε τὰ πρώιμα λυρικά του ποιήματα, ἐνῷ στὶς ἐλεύθερες νυχτερινὲς ὧρες προσεπάθει νὰ ὁλοκληρώσῃ τὸ πρῶτο του δρᾶμα: τὸν Κατιλίνα, μία σαιξπηρικῆς πνοῆς ἱστορικὴ τραγῳδία· συγχρόνως, προητοιμάζετο γιὰ τὸ ἀπολυτήριο Λυκείου. Συνήντησε τὸν Χριστόφορο Ντοῦε καὶ τὸν Οὖλε Σούλερουντ, καὶ συνάπτουν σχέση φιλική. Ἡ Ἄνοιξη τῶν Ἐθνῶν (1848), ἔτσι ὅπως ἐξηπλώθη ἡ φήμη της στὴν Εὐρώπη, ἐπέδρασε στὴν συνείδησή του· τὰ αἰτήματά της γιὰ ἐλευθερία καὶ κοινωνικὴ πρόοδο ἀπεδείχθησαν ὁδοδεῖκτες στὴν περαιτέρω ἐξέλιξη· στὰ ρεαλιστικά του δράματα, καθὼς καί στὸν Κατιλίνα, αὐτὰ εἶναι εὐδιάκριτα.

Philippoteaux - Lamartine in front of the Town Hall of Paris rejects the red flag.jpg
Von https://www.parismuseescollections.paris.fr/fr/musee-de-la-vie-romantique/oeuvres/portrait-du-marechal-de-saxe, Gemeinfrei, Link

03/05/1871 – Τελευταῖα λυρικὰ ποιήματα

Ἕνα χρόνο ἀργότερα (03/05/1871) ἐξεδόθη συλλογὴ τῶν ἐπανεπεξεργασμένων του ποιημάτων (ἴδε Digte). Σ᾽ ἐτούτη τὴν ἔκδοση συνθέτει γιὰ τελευταία φορὰ στίχο, χρησιμοποιῶν πλήρως ἔπειτα τὸν ἐναργῆ καὶ ποιητικῶς ἐπεξεργασμένο πεζὸ λόγο ποὺ θὰ σφραγίσῃ τὴν κατοπινὴ παραγωγή. Ἐσυνέχισε ἐντατικὰ τὴν ἐργασία του στὸν Αὐτοκράτορα Ἰουλιανό.

Σελίδα ἀπὸ τὴν πρώτη ἔκδοση τῶν Ποιημάτων.