fbpx

Ὁ μεταλλωρύχος

[Λυρικὸ ποίημα τοῦ 1851. Μετάφραση ἀπὸ τὰ Νορβηγικά: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.]

Βουνίσια πέτρα, θενα σπάσῃς μὲ κλαγγή
μὲ τοῦ σφυριοῦ μου τὴ δύναμη τὴ φοβερή.
Δρόµος πρέπει ἀπὸ μένα κεικάτω ν᾿ ἀνοίξῃ,
ὡσότου τὸ μέταλλο νὰ κάνω ν’ ἀντηχήσῃ!

Βαθιά, στοῦ βουνοῦ τὴν ἔρημη νυχτιά,
μοῦ γνέφουνε μένα τοῦ πλούτου τὰ προικιά:
διαµάντια, πέτρες πολύτιμες κι ἀκριβές
καί, στὸ χρυσάφι ἀνάμεσα, φλέβες πορφυρές!

Μές στὴν ἄβυσσο, ὅλα ἐν εἰρήνῃ,
αἰῶνες ἠρεµία, θανατερή γαλήνη.
Ἄνοιξε δρόμο, σφυρὶ τρομερό,
ὥς τὴν καρδιά μου καὶ μές στὸ βουνό!

Μιὰ φορὰ κ’ ἕναν καιρό, μὲ βλέπαν χαρωπό
ἀποψηλὰ τ’ ἀστέρια κεῖ -στὸν ἄπειρο τὸν οὐρανό·
περπατοῦσα στῆς Ἄνοιξης τὸν ἀνθισμένο δρόμο·
ἀνεμελιά παράστεκε γιὰ σύντροφος στὸν ὦμο.

Λησμόνησα, ὅμως, τὸ φῶς τῆς μέρας
μές στὸ λαγούμι τὸ σκοτεινὸ τῆς νύχτας·
λησμόνησα τραγούδια, στεναγμοὺς
μὲς στοὺς δικούς μου ὑπόγειους σκοπούς…

Τὴν ἐποχὴν ἐκείνη πρῶτοκατέβηκα ἐδῶ
καὶ κάθησα καὶ σκέφτηκα μ’ ἀγνό μυαλό:
Τὰ πνεύματα τῆς ἀβύσσου θὰ μοῦ ποῦν
καὶ τῆς ζωῆς τ’ ἀτέλειωτο τὸ αἴνιγμα θὰ βροῦν…

Ὅμως, στοιχειὸ κανένα δὲ δασκάλεψε
κι αὐτὸ πάρα πολύ μὲ παραξένεψε…
Κεραυνὸς δὲν ἔφτασε ἀπ’ τὰ ὕψη
τῆς γῆς τὰ βάθη νὰ μοῦ ἀποκαλύψῃ.

Ἤτανε πλάνη; Μὰ μήπως μ’ ὡδηγοῦσε
κεῖ στὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας μὲ ὠθοῦσε;
Πάντοτε, λάμψη τὰ μάτια τυφλώνει,
ἐκεῖνα σὰν κάποιος ψηλά τὰ σηκώνῃ.

Ὄχι, κάτω θὰ πάω -στὰ βάθη ἐκεῖ:
Εἰρήνη θενάβρω αἰώνια, σιωπηλή.
Ἄνοιξε δρόμο, σφυρὶ τρομερό,
ὥς τὴν καρδιά μου καὶ μές στὸ βουνό!

Σφυριά στὴ σφυριά, ξανά καὶ ξανά
ὡσότου φτάσῃ ἡ ὕστατη φορά.
Πουθενά δὲ φαίνεται ἡ πρωινὴ ἡ ἀχτῖδα.
Πουθενά τοῦ ἥλιου ἡ χρυσῆ ἡ ἐλπίδα.

Thor's Fight with the Giants (Mårten Winge) - Nationalmuseum - 18253.tiff
Mårten Eskil Winge. Ὁ σκανδιναβικὸς θεὸς τοῦ κεραυνοῦ Θὼρ μὲ τὸ σφυρί του Μιέλνιρ ὡς τρομερὸ ὁπλὸ στὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν Γιγάντων. 1872. Ἐθνικὴ Πινακοθήκη Νορβηγίας, Ὄσλο. [Offentlig eiendom, Lenke]

Στὸ λεύκωμα συνθέτη

[Νορβηγικὸς τίτλος: I en komponists stambog. Γραμμένο στὸ λεύκωμα τοῦ Ἔντβαρ Γκρὴγκ τὸ 1866 -τότ’ ἐργαζόταν πάνω στὸν Μπράντ. Μτφ ἀπὸ Henrik Ibsens Skrifter, τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Orpheus slog med toner rene
Ὁ Ὀρφέας ἔβγαζε ἤχους μὲ καθάριους τόνους:
ånd i vilddyr, ild i stene.   
ψυχή ἀπὸ τ’ ἄγρια θηρία, πυρά ἀπ’ τοὺς βράχους.

Stene har vort Norge nok af;
Βράχοι δὲ λείπουνε στὴ Νορβηγία·
vilddyr har vi og en flok af.
περίσσεια ἔχουμε κι ἀπ’ ἄγρια θηρία.

Spil, så stenen spruder gnister!   
Παῖξε, οἱ βράχοι νὰ σπιθοβολήσουν!
Spil, så dyrehammen brister!
Παῖξε, τὰ καταφύγια κ’ οἱ σπηλιὲς νὰ τρίξουν!

1847-9 – Πρώιμα λυρικὰ ποιήματα

Ἦρθε κι ὁ καιρός (1847-9) γιὰ τὰ πρώιμα λυρικά του ποιήματα, ἐνῷ στὶς ἐλεύθερές του νυχτερινὲς ὧρες προσπαθοῦσε νὰ ὁλοκληρώσῃ τὸ πρῶτο του θεατρικὸ ἔργο: τὸν Κατιλίνα, μιὰ σαιξπηρικῆς πνοῆς ἱστορικὴ τραγῳδία· συγχρόνως, προετοιμαζόταν γιὰ τὸ ἀπολυτήριο Λυκείου. Τότε γνωρίστηκε μὲ τὸ Χριστόφορο Ντοῦε καὶ τὸν Οὖλε Σούλερουντ, κι ἄρχισε ἡ φιλία τους. Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση τοῦ 1848, ἔτσι ὅπως ἐξαπλώθηκε ἡ φήμη της στὴν Εὐρώπη, ἐπέδρασε βαθύτατα στὴ συνείδησή του· τὰ αἰτήματά της γιὰ οὐσιαστική ἐλευθερία καὶ κοινωνικὴ πρόοδο στάθηκαν ὁδοδεῖκτες στὴν περαιτέρω ἐξέλιξη. Στὰ ρεαλιστικά του δράματα, οἱ ἀπαιτήσεις αὐτὲς εἶν᾽ ἰδιαίτερα ἐμφανεῖς.

Description de cette image, également commentée ci-après
Par Henri Félix Emmanuel Philippoteaux[1], Domaine public, Lien

03/05/1871 – Τελευταῖα λυρικὰ ποιήματα

Ἕνα χρόνο ἀργότερα (03/05/1871) ἐκδόθηκε συλλογὴ τῶν ἐπανεπεξεργασμένων του ποιημάτων. Σ᾽ αὐτή τὴν ἔκδοση χρησιμοποιεῖ γιὰ τελευταία φορὰ τὸ στίχο, περνῶντας ἔπειτα πλήρως στὸν ἐναργῆ καὶ ποιητικῶς ἐπεξεργασμένο πεζὸ λόγο ποὺ θὰ σφραγίσῃ τὴν κατοπινὴ παραγωγή. Συνέχισε ἐντατικὰ τὴν ἐργασία του στὸν Αὐτοκράτορα Ἰουλιανό.