fbpx

Φῶς καὶ λύχνος

Ἑλληνικὴ μετάφρασι τῶν Ο΄:
Λύχνος τοῖς ποσίν μου ὁ λόγος σου
καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου.

Λατινικὴ Vulgata:
Nun lucerna pedi meo verbum tuum
et lux semitae meae.

Δανονορβηγική:
Dit Ord er en Lygte for min Fod
og et Lys paa min Sti.

Ψαλμοὶ ΡΙΗ΄ στ. 105.

at lyse og skinne paa min Vej.

Henrik Ibsen, Kongs-Emnerne, 3. akt.

Κατὰ λέξιν μετάφρασι:
νὰ φωτίζῃς καὶ νὰ λάμπῃς στὸν δρόμο μου.

Μετάφρασι στὴν ἔκδοσι: Οἱ μνηστῆρες τοῦ θρόνου (ΘΑΠ, Ἀθήνα 2021, σελ. 145):
νὰ εἶσαι λύχνος καὶ φῶς στὰ βήματά μου.

Ἰάκωβος Μπάλλα, Λύχνος, 1909.

Λατινομάθεια -ἀπὸ τοὺς «Μνηστῆρας τοῦ θρόνου»

Ἀπὸ τοὺς Μνηστῆρας τοῦ θρόνου τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν, μετάφρασι-σχολιασμός: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐκδόσεις ΘΑΠ, Ἀθήνα 2021, σελ. 207-8.

Ο ΜΟΝΑΧΟΣ:

Ἦλθον-ἀνέβην κάτωθεν, ἐκ βασιλείου εἰς βάθη·
ἐκ βασιλείου φοβεροῦ ὡς βράζῃ καῖον πάντα.
Ὤ, πίστευσόν με, λέγω σοι, πολὺ κακὸν δὲν εἶνε·
καὶ ἡ θέρμη ὡς νὰ ὑποφέρηται -δὲν εἶναι τόσον βάρος.

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΣΚΟΥΛΕ: Καθὼς βλέπω, ἔμαθες τὴν σκλαδικὴ τὴν τέχνη, γερο-ὁπλαρχηγὲ τῶν Μπάγκλερ!

Ο ΜΟΝΑΧΟΣ:

Τὴν σκαλδικὴν τὴν τέχνην; Ὤ, ναί, καὶ τὴν Λατινικήν!
Ἡ γνῶσις μου ἐνθυμεῖσαι σύ, ὀλίγη εἰς τοὺς Λατίνους·
ἀλλὰ εἶμαι πλέον βέβαιος τὴν γλῶσσαν ὡς κατέχω.
Νὰ λάβῃς μίαν σειρὰν ἐκεῖ καὶ κἄπως νὰ ταιριάξῃς,
ὤ, κἄπως εἰς τὰ ἐνδότερα νὰ ἐμβῇς καὶ νὰ διαβαίνῃς,
σχεδὸν εἶναι ἀναγκαῖον σὺ νὰ μάθῃς τοὺς Λατίνους·
καὶ ἀρκούντως προωθεῖται αὐτὸ μετὰ συνδαιτημόνων
μεγάλων ἵνα κάθησαι τὴν κάθε μίαν ἡμέραν..-
ἑκατοντάδος ἥμισυ ἔχουσι τίτλον πάπα,
καρδιναλίων τὰς φορὰς ἑκατοντάδος πέντε,
καὶ ἑπτὰ χιλιάδας κάτωθι ὁποῦ δηλοῦσι σκάλδοι.

Ὁ Δάντης συναντᾷ στὴν Κόλασι ἕνα πάπα. Λομβαρδικὴ μικρογραφία. 1430-50.

Τὰ κατορθώματα τοῦ Σκοῦλε -Ἀπὸ τοὺς «Μνηστῆρες τοῦ θρόνου»

Ἀπὸ τοὺς Μνηστῆρας τοῦ θρόνου τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν, μετάφρασι-σχολιασμός: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐκδόσεις ΘΑΠ, Ἀθήνα 2021, σελ. 147-8.

ΓΙΑΤΓΚΑΪΡ (Στέκεται στὴν μέση τῆς αἴθουσας):

Γιὰ τὴ συνέλευση φυσοῦν τὰ βούκινα τοῦ Σκοῦλε
᾽ς τῆς πόλεως τοῦ Νίδαρος ν᾽ ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία·
ὁ Σκοῦλε ἐγίνη βασιλεύς μὲ κωδωνοκρουσίες,
καὶ μ᾽ ἦχο καθαρόν, ἀσπίδας προστασία.

Ὁ βασιλεὺς προβαίνει ἐκεῖ στὸ πέρασμα τοῦ Ντόβρε,
χιλιάδες ᾽πίσω ἀκολουθοῦν εἰς τόπον χιονισμένο·
ἐτρόμαξαν τοῦ Γκούντμπραντσνταλ κ᾽ ἐτρέμαν πάνω ἐκεῖθε –
ἐδῶκαν τίμημα βαρύ ᾽ς ἀσῆμι πληρωμένο.

Ὁ βασιλεὺς ὁ Σκοῦλε ἐτραύηξεν εἰσὲ τοῦ Μιὲ τὸν πόντο,..
᾽ς τ᾽ Ὄππλαντ αὐτὸς κατέπεσε κ᾽ ἐν τέλει ἐκεῖνο ὠρκίσθη·
ὁ βασιλεὺς ὁ Σκοῦλε ἐτραύηξε μέσ᾽ ἀπ᾽ τὸ Ράουμρίκε,
πρὸς Λῶκα τὴν περιοχή, ᾽ς τὸ Νάννεσταντ ἐστάθη.

Ἤτανε τότε ἡ ἐποχὴ Μεγάλης Ἑβδομάδος
᾽ποῦ ἔφθασε ᾽πάνωθε ὁ στρατὸς τῶν Μπίρκεμπάινερ ὅλος,
κι ὁ Κνοὺτ ὁ κόμης κεῖ μπροστά..- ἀσπίδα πέφτει χάμω
κ᾽ ἐπροσκυνήθη πιὰ μεμιᾶς τοῦ βασιλέως ὁ λόγος.

Καθὼς τὸ λέγουν σίγουρο, ἀπ᾽ τὸν καιρὸν τοῦ Σβέρρε
ποτές ὁ χρόνος πόλεμον δὲν εἶχε συναντήσει
νὰ βάφουν λούλουδα τῆς γῆς πολεμιστῶν τὰ ξίφη,
τὴν πεδιάδα ὁλόκερη ᾽ποῦ εἶχε τὸ χιόνι ἀσπρίσει.

Οἱ Μπίρκεμπάινερ πηδοῦν καὶ τρέχουνε νὰ φύγουν..-
αὐτοὶ τσεκούρια ἀφήσανε κι ἀσπίδες ἐπετάξαν·
μὰ ἑκατοντάδες μείνανε ᾽ξωπίσω – δέν ἐφύγαν –,
κάτω ἁπλώμενα τὰ κορμιὰ ᾽ς τὸν πάγον ἐξυλιάσαν…

Κανείς δὲν ᾽ξεύρει γιὰ νὰ εἰπῇ σὰν ποῦ νὰ ἐπῆγε ὁ Χῶκον..-
πόλεις ὁ Σκοῦλε ὁ βασιλεύς καὶ πύργους κυβερνάει.
Χαῖρε, ὤ, χαῖρε, βασιλεῦ, ἐσένα καθισμένον
τῆς Νορβηγίας ὁλάκερης ὁ θρόνος νὰ βαστάῃ!

Κνοὺτ Μπέργκσλιενς. Οἱ Μπίρκεμπάινερ χιονοδρόμοι μὲ τὸν βασιλόπαιδα. 1869.

Νανούρισμα -Ἀπὸ τοὺς «Μνηστῆρες τοῦ θρόνου»

Ἀπὸ τοὺς Μνηστῆρας τοῦ θρόνου τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν, μετάφρασι-σχολιασμός: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, ἐκδόσεις ΘΑΠ, Ἀθήνα 2021, σελ. 130.

ΜΑΡΓΚΡΕΤΕ (Κουνάει τὴν κούνια καὶ τραγουδάει):

Τὸ ταβάνι πῶς ψηλώνει
μέσ᾽ ᾽ς ἀστέρων γαλανό
μὲ τὸν Χῶκον νὰ πετάῃ
πά᾽ ᾽ς τοῦ ὀνείρου τὸ φτερό.

Νά μιὰ σκάλα ποὺ προβαίνει
ἀπ᾽ τὴ Γῆ στὸν Οὐρανό
μὲ τὸν Χῶκον ν᾽ ἀνεβαίνῃ –
ἄγγελο ἔχει συνοδό.

Τὸ ἀγγελάκι παραστέκει
καὶ τὴν κούνια του κουνᾶ·
ὁ Θεούλης εὐλογάει,
κ᾽ ἡ μαννοῦλα τὸν φυλᾶ.

Ἀδόλφος Μπουγκερῶ. Νανούρισμα. 1875.

Ξέχασα…

[Ἀπὸ τὸ δρᾶμα: Ὄλαφ Λίλιεκρανς τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν· μετάφραση Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.]

Πήγαινα καβάλλα στὸ λιβάδι, κάτω ποὺ τρέχει ὁ ποταμός..- ἦταν νύχτα, καὶ τὰ τραγούδια κ᾽ οἱ σκοποὶ παράξενα μὲ κύκλωναν…

Χάθηκα κι ἄφησα τὸ μονοπάτι μου -μάκρυνα -βαθιά, ἀνάμεσα στὰ βουνά, βρῆκα τὴν ὄμορφη κοιλάδα ποὺ πόδι δὲν εἶχε ξαναπατήσει καὶ μάτι δὲν τὴν εἶχε ξαναχαρῆ πρὶν ἀπὸ μένα… Βαρύς ὕπνος μὲ κατέλαβε, ἑνῷ οἱ ξωτικιὲς παῖζαν καὶ μὲ τραβῆξαν στὸ παιγνίδι τους…

Μὰ τότε ξύπνησα, καὶ λύπη εἶχε σκεπάσει τὸ λογισμό μου· γύρισα καβάλλα σπίτι, ἀλλὰ δέν μποροῦσα ἄλλο κεῖ νὰ μείνω· μοῦ φαινόταν σὰ ν᾽ ἄφησα πίσω μου τὴν πιό πλούσια, τὴν καλύτερη ζωή· καὶ σὰ νἆταν θησαυρὸς ἐκεῖ ἔνδοξος γιὰ μένα φυλαγμένος, ἂν τὸν ἔψαχνα καὶ τὸν εὕρισκα…

Ἔπρεπε ν᾽ ἀνέβω στὴν κοιλάδα, προτοῦ νὰ βρῶ εἰρήνη…

Ἦρθες καὶ μὲ συνάντησες ὄμορφη καὶ λαμπερὴ τότε· ἅρπαξα τὸ χέρι σου, σὲ κοίταξα στὰ μάτια -Γῆ καὶ Οὐράνια – ὁ Κόσμος ὅλος! – στεκόταν μές στὰ μάτια σου!.. Τότε λησμόνησα φίλους καὶ συγγενεῖς!..

Ξανάρθα τὴν ἄλλη νύχτα, σ᾽ ἀγκάλιασα ἀπ᾽ τὴ μέση, σ᾽ ἔσφιξα μές στὸ στῆθος μου -ἡ εὐλογία τ᾽ Οὐρανοῦ στὴν ἀγκαλιά σου μέσα…

Καὶ ξέχασα κ᾽ ἐγὼ βαφτιστικὸ καὶ σπίτι τῶν προγόνων…

Κ᾽ ἦρθα τὴν τρίτη τὴ νυχτιά – ἔπρεπε νἀρθῶ! –, σοῦ φίλησα τὰ κόκκινα χειλάκια καὶ τὸ βλέμμα μου βυθίστηκε στὴν ψυχή σου… Περισσότερα ἦταν κειμέσα ἀπ᾽ ὅλη τὴ δόξα τοῦ Κόσμου! Ξέχασα κι ἄλλο ἀπὸ Θεὸ καὶ σπίτι, κι ἄλλο ἀπὸ Γῆ καὶ Οὐράνια -ξέχασα τὸν ἑαυτό μου!

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.