fbpx

Ξέχασα…

[Ἀπὸ τὸ δρᾶμα: Ὄλαφ Λίλιεκρανς τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν· μετάφραση Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.]

Πήγαινα καβάλλα στὸ λιβάδι, κάτω ποὺ τρέχει ὁ ποταμός..- ἦταν νύχτα, καὶ τὰ τραγούδια κ᾽ οἱ σκοποὶ παράξενα μὲ κύκλωναν…

Χάθηκα κι ἄφησα τὸ μονοπάτι μου -μάκρυνα -βαθιά, ἀνάμεσα στὰ βουνά, βρῆκα τὴν ὄμορφη κοιλάδα ποὺ πόδι δὲν εἶχε ξαναπατήσει καὶ μάτι δὲν τὴν εἶχε ξαναχαρῆ πρὶν ἀπὸ μένα… Βαρύς ὕπνος μὲ κατέλαβε, ἑνῷ οἱ ξωτικιὲς παῖζαν καὶ μὲ τραβῆξαν στὸ παιγνίδι τους…

Μὰ τότε ξύπνησα, καὶ λύπη εἶχε σκεπάσει τὸ λογισμό μου· γύρισα καβάλλα σπίτι, ἀλλὰ δέν μποροῦσα ἄλλο κεῖ νὰ μείνω· μοῦ φαινόταν σὰ ν᾽ ἄφησα πίσω μου τὴν πιό πλούσια, τὴν καλύτερη ζωή· καὶ σὰ νἆταν θησαυρὸς ἐκεῖ ἔνδοξος γιὰ μένα φυλαγμένος, ἂν τὸν ἔψαχνα καὶ τὸν εὕρισκα…

Ἔπρεπε ν᾽ ἀνέβω στὴν κοιλάδα, προτοῦ νὰ βρῶ εἰρήνη…

Ἦρθες καὶ μὲ συνάντησες ὄμορφη καὶ λαμπερὴ τότε· ἅρπαξα τὸ χέρι σου, σὲ κοίταξα στὰ μάτια -Γῆ καὶ Οὐράνια – ὁ Κόσμος ὅλος! – στεκόταν μές στὰ μάτια σου!.. Τότε λησμόνησα φίλους καὶ συγγενεῖς!..

Ξανάρθα τὴν ἄλλη νύχτα, σ᾽ ἀγκάλιασα ἀπ᾽ τὴ μέση, σ᾽ ἔσφιξα μές στὸ στῆθος μου -ἡ εὐλογία τ᾽ Οὐρανοῦ στὴν ἀγκαλιά σου μέσα…

Καὶ ξέχασα κ᾽ ἐγὼ βαφτιστικὸ καὶ σπίτι τῶν προγόνων…

Κ᾽ ἦρθα τὴν τρίτη τὴ νυχτιά – ἔπρεπε νἀρθῶ! –, σοῦ φίλησα τὰ κόκκινα χειλάκια καὶ τὸ βλέμμα μου βυθίστηκε στὴν ψυχή σου… Περισσότερα ἦταν κειμέσα ἀπ᾽ ὅλη τὴ δόξα τοῦ Κόσμου! Ξέχασα κι ἄλλο ἀπὸ Θεὸ καὶ σπίτι, κι ἄλλο ἀπὸ Γῆ καὶ Οὐράνια -ξέχασα τὸν ἑαυτό μου!

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.

Ὡς Βαβυλών…

[Ἀπὸ τὴν τραγῳδία: Οἱ πολεμιστὲς στὸ Χέλγκελαντ τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν· μετάφραση Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.]

Χά, τί εὐτυχία νὰ κάθεσαι σὰ μάγισσα στὴν πλάτη φάλλαινας, μπροστὰ ἀπ᾽ τὴν πλώρη νὰ πηγαίνῃς, νὰ φέρνῃς τρικυμίες καὶ νὰ μαγεύῃς τοὺς ἄντρες καὶ μ᾽ ὄμορφα τραγούδια μαγικὰ νὰ τοὺς τραβᾷς στὰ βάθη!

Τὸ ἔργο στὴ Σειρὰ Ἴψεν.



Στὴν ἐκκλησιά…

[Ἀπὸ τὸν Τέριε Βίγκεν· μετάφραση Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.]

Στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ Φιάρε κάποιο τάφον εἶδα
σὲ σημεῖο ποὺ τὸ ἔπιανε ὁ ἀγέρας
κ᾽ ἦταν ἀφρόντιστος, στὸ χῶμα βυθισμένος,
ἀλλὰ τὸ μαυροσάνιδο στεκόταν –
ἦταν πάνω λευκογραμμένο: Thærie Wiighen
μὲ τὴ χρονιὰ ποὺ τὸ κακό συνέβη…
Βρισκότανε στὸ καῦμα τοῦ ἥλιου, μές στὸ ἀγέρι·
μεγάλωναν σκληρὰ κι ἀτίθασα τὰ χόρτα
καί, στὸ ἀνάμεσον, ἄγρια λουλούδια.

Ἀπὸ τὴν ἀνάλυση τῶν «Πολεμιστῶν στὸ Χέλγκελαντ»

[Ἀπὸ τὴν ἀνάλυση τῆς τραγωδίας τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου στὴ σχολιασμένη του ἔκδοση τοῦ ἔργου:]

Μιὰ μυστήρια δύναμη εἶναι μές σ’ ὅλα σου τὰ λόγια, ἀναφωνεῖ ὁ ΣΙΓΚΟΥΡΝΤ στὴν Γ΄ πράξη, καθὼς συλλογίζεται ὅ,τι τοῦ λέει ἡ ΓΙΕΡΝΤΙΣ -μιὰ δύναμη ἀνορθολογική, ἔξω ἀπὸ κοινωνικὰ σχήματα καὶ παραδεδομένα, μακριὰ ἀπὸ τὰ εὐλογοφανῆ καὶ συνηθισμένα -μιὰ δύναμη θεμελιωδῶς τραγική.

Παρακάμπτοντας τὰ σημαντικὰ κίνητρα τοῦ Ἴψεν, ποὺ δέν πρέπει νὰ λησμονοῦνται καὶ οὔτε νὰ ὑποτιμοῦνται, γιὰ τὴν ἐμπέδωση κι ἀποκάλυψη μιᾶς ἐθνικῆς συνειδήσεως στὴ νεοσύστατη Νορβηγικὴ ἐπικράτεια τοῦ 19ου αἰῶνος, ἀναρωτᾶται ὁ σύγχρονος μή Νορβηγὸς τί μένει ἀπὸ τὸ δρᾶμα. Ἡ ἀπάντηση κρύβεται στὴν παραπάνω ρήση τοῦ ΣΙΓΚΟΥΡΝΤ. Ἂν τὸ ἔργο ἰδωθῇ μές ἀπ᾽ αὐτήν, τότε διασῴζεται ὡς τραγῳδία κατὰ τὸ εἶδος κ᾽ ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς τοῦ δημιουργοῦ. Ἡ ἀπογοητευμένη σύζυγος στὸ Χέλγκελαντ δέν στέκει μόνον ὡς προανάκρουσμα τῆς ἡρωίδος ἀπὸ τὴν Ἕντα Γκάμπλερ, ἀλλὰ κι ὡς αὐτοτελὴς τραγικὴ μορφὴ στὸ ὅλο ἰψενικὸ πάνθεον.

Ἔναρξη «Τέριε Βίγκεν»

[Πρωτομεταφραζόμενο στὰ Ἑλληνικά: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.]

Ζοῦσε παράξενος στὴν ὄψη ψαρομάλλης
στὴν ἐρημιὰ τοῦ μακρυνοῦ τενάγους·
αὐτὸς ποτὲ δὲν ἔβλαψε ἄνθρωπο κανένα
στὴ χώρα πέρα ὁλάκερη, τὸν πόντο·
ἀλλὰ στιγμὲς τὰ μάτια του μυστήρια λάμπαν,..
ἀνήμερη σὰ ’ρχόταν καταιγίδα,..
κι ὁ κόσμος νόμιζε πὼς ἦταν τρελλαμένος·
καὶ λίγοι ὑπῆρχαν ποὺ τὸν τρόμο δέν ἐνοιῶθαν
τὴν ὥρα ποὺ πλησίαζε ὁ Τέριε Βίγκεν.

Ἐγὼ κάποια φορὰ τὸν εἶδα χρόνους πίσω
ἐκεῖνον μὲ ψαριὰ πά’ στὴν προβλήτα:
Εἶχε λευκὰ μαλλιά, γελοῦσε-τραγουδοῦσε
κ’ ἦταν σὰν ἕνα ζωηρό ἀγοράκι.
Γιὰ τὶς κοπέλες εἶχε χωρατὰ νὰ λέῃ,
ἔσπαγε πλάκα μὲ τὰ πιτσιρίκια,
κούναγε τὸ καπέλλο, πήδουσε πά’ στὸ βρίκι,
τὸ φλόκο σήκωνε καὶ τράβαγε στὸ σπίτι
σὰ γέρος ἀετὸς μὲς στὴ λιακάδα.