Τὸ πρῶτο κείμενο τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν:

Σὲ πορεία «πάνω ἀπ᾽ τὴν ἔρημο» ἤμαστε σαστισμένοι, ἀγριεμένοι, ἐξαντλημένοι ἀπ᾽ τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Σὰν τὸν Ἰακώβ, τὰ χρόνια τὰ παληά, ξαποστάσαμε βάζοντας πέτρα κάτω ἀπ᾽ τὸ κεφάλι μας. Τὸ συντροφό μου τὸν πῆρε σύντομα ὁ ὕπνος· ἐγὼ δέν μποροῦσα νὰ κοιμηθῶ. Τέλος, ἡ κούραση μὲ νίκησε… Τότε, σ᾽ ὄνειρο, στάθηκε ἀποπάνω μου ἄγγελος καὶ μοῦ ᾽πε:

Σήκω κι ἀκολούθα με!

Ποῦ θές νὰ μ᾽ ὁδηγήσῃς σὲ τοῦτο τὸ σκοτάδι;, τὸν ρώτησα.

Ἔλα!, μοῦ ξανάπε. Κι ὅραμα θὰ σοῦ δείξω -τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ στὴν Πραγματικότητα καὶ κατὰ τὴν Ἀλήθεια.

Ἔτσι, λοιπόν, ἀκολούθησα..- τρομαγμένος! Καὶ κατηφορίζαμε μὲ βήματα τεράστια, μέχρι ποὺ τὰ βουνὰ μᾶς ὑποκλίνονταν φτειάχνοντας θόλους μεγαλοπρεπεῖς… Ἀποκάτω βρισκόταν πελώρια νεκρόπολη μ᾽ ὅλα τοῦ Θανάτου καὶ τῆς Φθορᾶς τὰ τρομερά σημάδια κ᾽ ἴχνη! Ὁλάκερος κόσμος κείτονταν βυθισμένος· μαζί – ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ Θανάτου – χλομή, ξεθωριασμένη, ἀποσβησμένη δόξα. Πάνω ἀπ᾽ ὅλα τους, ἀχνὸ φῶς τρεμόσβηνε – ἔτσι ζοφερά – στοὺς τοίχους ἐκκλησίας κ᾽ ἕνας λευκοβαμμένος ταφικὸς σταυρὸς δέσποζε στὸ νεκροταφεῖο κ᾽ ἔλαμπε περισσότερο ἀπὸ τὰ λευκὰ τὰ κόκκαλα ποὺ σὲ σειρὲς ἀμέτρητες γεμίζανε τὸν κατασκότεινο τὸ χῶρο. Τὸ θέαμα, ποὺ μοῦ ᾽δειξε ὁ ἄγγελος, μὲ πάγωσε -μὲ τρόμαξε:

Νά, δές: τὰ πάντα ματαιότης.

Ἔπειτα ἀκούστηκε βροντή, ἀδύναμο προανάκρουσμα καταιγίδας καὶ στεναγμὸς μυριόστομος καὶ πένθιμος,.. ὡσπὄγινε βοερή θύελλα -οἱ νεκροὶ ἁπλώνανε τὰ χέρια καταπάνω μου… καί – μὲ μιὰ κραυγή! – ξύπνησα ἀπὸ τὴν παγερὴ δροσιὰ τῆς νύχτας…

[Τὸ κείμενο μεταφράζεται στὴ Γιορτὴ στὸ Σούλχαουγκ, σελ. 58, ὑπ. 77.]

El sueño de Jacob, por José de Ribera.jpg
By Jusepe de RiberaGalería online, Museo del Prado., Public Domain, Link