fbpx

Ἱστολόγιο

Ἡ Ρώμη…

[Ἱστορικὸ σημείωμα τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου γιὰ τὸν Κατιλίνα, σελ. 44.]

Ἡ Ρώμη, μετὰ ἀπὸ δυὸ αἰῶνες νικηφόρων πολέμων καὶ κατακτήσεων, βρισκόταν πιὰ τὸν 1o αἰῶνα π.Χ. στὸ μεταίχμιο: Ἢ θὰ συνέχιζε ὡς πόλις-κράτος νὰ ἐξουσιάζῃ Ἰταλοὺς συμμάχους καὶ κτήσεις, ἢ θὰ μεταλλασσόταν ἐσωτερικά, γιὰ νὰ καταστῇ οἰκουμενικὴ ὀντότητα ὅπου ἡ στρατιωτικὴ δύναμη θὰ φρόντιζε τὰ σύνορα ἐγγυόμενη τὴν ἐσωτερικὴν εἰρήνη. Ἦταν σαφές πὼς τὸ παληὸ καθεστώς, κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ Σύγκλητος ἄτυπα βρισκόταν πίσω ἀπὸ κάθε σημαντικὴ ἀπόφαση, δέν λειτουργοῦσε πλέον. Ὁ πολιτικὸς λόγος τῶν ἀριστοκρατῶν δέν ἔφτανε γιὰ νὰ διοικηθῇ ἡ τεράστια ἐπικράτεια. Μοιραῖα, ἡ ἰσχὺς ἄρχισε νὰ συγκεντρώνεται στὰ χέρια λίγων, καθὼς κι ὁ πλοῦτος. Ἀνέμπνευστος, ἕρμαιο τῶν ἰσχυρῶν καὶ χρεοκοπημένος, ὁ ρωμαϊκὸς λαός – ὑποβιβασμένος πιὰ σ᾿ ὄχλο – ἦταν ἕτοιμος ν᾿ ἀκούσῃ καὶ ν᾿ ἀκολουθήσῃ καθέναν ποὺ τοῦ ὑποσχόταν τὴν πρότερη εὐμάρεια…

Κουμπιά…

[Ἀπὸ τὴν ὑποσημείωση 79 τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου, στὴν Ἀγριόπαπια:]

Γράφει ὁ John Paulsen στ᾽ ἀπομνημονεύματά του γιὰ τὸν Ἴψεν:

Τὸ ἰδανικὸ ⟨τοῦ Ἴψεν⟩ ἦταν ὁ selfmade man [=ὁ αὐτοδημιούργητος ἄνθρωπος· Ἀγγλικὰ στὸ πρωτότυπο]. Ὅταν ἔφευγε ἕνα κουμπὶ ἀπ᾽ τὸ παντελόνι του – ποὺ συμβαίνει ἀκόμα καὶ στὸν μέγιστο τῶν ποιητῶν –, πήγαινε στὸ δωμάτιό του, κλείδωνε τὴν πόρτα καί, ὕστερ᾽ ἀπὸ πολλὲς ἄχρηστες καὶ κωμικὲς προετοιμασίες, ἔραβε τὸ κουμπὶ μοναχός του -μὲ τὴν περισσὴ φροντίδα ποὺ θὰ καθαρόγραφε κάποιο καινούργιο δρᾶμα!.. Δὲν ἐμπιστευόταν μιὰ τόσο σημαντικὴ ἐργασία οὔτε στὴ γυναῖκα του! Ἕν᾽ ἀπ᾽ τὰ παράδοξα τοῦ Ἴψεν ἦταν ἡ ρήση του: Κανένα θηλυκὸ δὲ θὰ μπορέσῃ νὰ ράψῃ κουμπί, ὅπως ἐγώ.

Ἡ κυρία Ἴψεν γέλαγε κοροϊδευτικὰ καὶ μ᾽ ὑπονοούμενο, σὰν ἄκουγε τὸν ποιητὴ τῆς Νόρας νὰ λέῃ τέτοια… Κάποτε μοῦ ἐμπιστεύθηκε: «Ἀλήθεια εἶναι· ὁ Ἴψεν ράβει μόνος τὰ κουμπιά του! Μὰ πόσο κρατᾶνε πάνω στὸ παντελόνι, εἶναι δικό μου ἔργο. Χωρὶς νὰ τὸ ξέρῃ, σφιχτοδένω τὸ κουμπὶ μὲ κλωστή, ἐπειδὴ τὸ ξεχνάει πάντα []! Ὅμως, ἀφήστε τον νὰ πιστεύῃ ὅ,τι ἐκεῖνος θέλει -φαίνεται πὼς τοῦτο τὸν κάνει εὐτυχισμένο.»

Τὰ ζωτικὰ ψεύδη τῆς Ἀγριόπαπιας στὰ μικρὰ καὶ καθημερνά!, σκέφτηκα καί… γέλασα μὲ τὴν ψυχή μου… [] Κάποιο χειμῶνα στὸ Μόναχο μὲ ρώτησε ὁ Ἴψεν μὲ σοβαρότητα καὶ λυπημένο πρόσωπο: «Πῆτε μου τώρα, Πάουλσεν!.. Καθαρίζετε κάθε πρωὶ τὶς μπόττες σας μόνος;» Μπερδεμένος ἀπάντησα: «Ὄχι…» κ᾽ ἔνοιωσα μᾶλλον τύψεις σὰν τὸ ξεστόμισα… Σκοτείνιασα, γιατὶ ἤμουν βέβαιος πὼς παρέλειπα μιὰν ὑποχρέωση πρὸς τὸν ἑαυτό μου καὶ τὴν ἴδια τὴν κοινωνία! «Πρέπει ὅμως νὰ ξεκινήσετε… Θὰ γίνετε ἄλλος ἄνθρωπος… Ποτέ νὰ μὴν ἀφήνῃς στοὺς ἄλλους πράγματα, ποὺ μόνος σου θἄπρεπε νὰ φροντίζῃς… Ξεκινήστε τώρα νὰ καθαρίζετε τὶς μπόττες σας καὶ θὰ συνεχίσετε μὲ τὴν τακτοποίηση τοῦ δωματίου σας, τὴ θέρμανση κ.λ. Ἔτσι θὰ προβάλῃ ἀπὸ μέσα σας ἕνας ἐλεύθερος ἄντρας -ἀνεξάρτητος ἀπ᾽ ὁποιονδήποτε!»

Solen. Solen. Τὸ χαμένο φῶς τοῦ Ὄσβαλτ.

Solen. Solen.
Ὁ ἥλιος. Ὁ ἥλιος.
[ΟΣΒΑΛΤ, Ἑρρίκου Ἴψεν Βρικόλακεςτέλος Γ΄ πράξης.]

Μ’ αὐτὰ τὰ λόγια σφραγίζεται τὸ πέρασμα τοῦ Ὄσβαλτ στὸ νοητικὸ σκοτάδι γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ πατέρα καὶ τῆς μητέρας του· ἔχει ἤδη χάσει κιόλας τ’ ὅποιο μερτικό του στὴν ἀγάπη.

Ὁ Ἰουλιανὸς στὸν Αὐτοκράτορα καὶ Γαλιλαῖο (τὸ opus magnum κατὰ τὸν ἴδιο τὸν Ἴψεν) πεθαίνει μές στὴν ἀπελπισία του γιὰ τὸ ναυαγισμένον ἀρχαῖο κόσμο, ρωτῶντας τραγικά τὸν Ἀπόλλωνα-Λοξία, τὸ θεὸ τοῦ φωτός: 

O, sol, sol, – hvi bedrog du mig?
Ὦ Ἥλιε Ἥλιε,.. πῶς μ’ ἐξαπάτησες;

[Ἑρρίκου Ἴψεν Αὐτοκράτορας καὶ Γαλιλαῖοςτέλος Β΄ μέρουςὉ αὐτοκράτορας Ἰουλιανός· Samlede værker. Πρβλ Κατὰ Ματθαῖον, KΖ΄ 46Θεέ μου θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;]

Κ’ εἶναι ἐσκεμμένα ἀμφίσημο κατὰ πόσον ὁ γόνος τῶν Ἄλβινγκ θέλει νὰ κρυφτῇ ἀπ’ τὸν ἥλιο (ὡς  βρικόλακας) ἢ νὰ τὸν ἀντικρύσῃ γιὰ στερνὴ φορὰ σὰν τὸν Οἰδίποδα στὸ σοφόκλειο δρᾶμα:

Ἰοὺ ἰού· τὰ πάντ’ ἂν ἐξήκοι σαφῆ.
Ἄαα, φανερώθηκαν ὅλα πιά.
Ὦ φῶς,  τελευταῖόν σε προσβλέψαιμι νῦν…
Φώωως, νὰ σ’ ἔβλεπα γιὰ στερνὴ φορά…
[Σοφοκλέους Οἰδίπους Τύραννος, στ.  1182-3.]

Τὸ σπαραχτικὸ τέλος τοῦ Ὄσβαλτ θὰ μποροῦσε νὰ προταχθῇ σ’ ὁλόκληρο τὸ ἔργο τοῦ Ἴψεν: ἀκόμα κι ὁ ἐκφυλισμένος πιὰ νοῦς τοῦ ἄτυχου καλλιτέχνη ψάχνει τὸ φῶς -τὴν ἀλήθεια παρὰ ποὺ τὴν τρέμει…

Ἡ πορεία τοῦ ἄτυχου νέου ταυτίζεται μὲ τὸ τετράστιχο Et vers (= Ἕνας στίχος) ποὺ συμπεριλαμβάνει ὁ Ἴψεν σὲ μιὰν ἐπιστολὴ πρὸς τὸ μεταφραστὴ τῶν δραμάτων του Ludwig Passagre (16-6-1880) καὶ τὄχε τυπώσει καὶ στὴ συλλογὴ τῶν Ποιημάτων του:

At leve er – krig med trolde
Ζῶντας -πολεμᾶς μὲ δαίμονες
i hjertets og hjernens hvælv.
στοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς τὸ κάστρο.
At digte, – det er at holde
Δημιουργῶντας -καλεῖς νἀρθῇ
dommedag over sig selv.
ἐπάνω σου τῆς Κρίσεως ἡ Ἡμέρα.

[Ἡ προμετωπίδα τοῦ Ἰδού ὁ ἄνθρωπος! στὴν ἐδῶ Σειρὰ Ἴψεν.]

Ἴδια κ’ ἡ οὐσία τῶν ἀρκτικῶν στίχων τοῦ πρώτου ἔργου τοῦ Ἴψεν, τοῦ Κατιλίνα: 

Jeg må! Jeg må; så byder mig en stemme
«Πρέπει!.. Πρέπει!..» μὲ προτρέπει μιὰ φωνὴ
i sjælens dyb, – og jeg vil følge den.
ἀπὸ τὰ μύχια τῆς ψυχῆς… καὶ θὰ ὑπακούσω!
Kraft  ejer jeg, og mod til noget bedre,
Ἔχω δύναμη -θάρρος γιὰ κάτιτίς καλύτερο,
til noget højere, end dette liv [].
ὑψηλότερο ἀπὸ τούτη δῶ τὴ ζήση.
Vågn, Catilina; – vågn, og vord en  mand!
«Ξύπνα, Κατιλίνα -σήκω! Ξύπνα καὶ φέρσου ἀντρίκια!»
[Ἀπὸ τὸν ἀρχικὸ μονόλογο τοῦ Κατιλίνα.]

Δυστυχῶς, ὅμως, ὁ κακόμοιρος Ὄσβαλτ ἔχασε τὴ μάχη μὲ τὰ τρόλλ (trolde) — τοὺς δαίμονες τῆς ψυχῆς του — κ’ ἡ εὐθύνη δέν ἦταν δικιά του μὰ τοῦ πατέρα καὶ κυρίως τῆς μητέρας του («ἀμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα»· βλ. Ἔξοδος, Κ΄ 5· Δευτερονόμιον, Ε΄ 9). Ἡ μοῖρα του (καὶ μαζὶ τῆς μάννας του) ἀποτελεῖ μιὰ πικρὴ κι ἄκρως ἀπαισιόδοξη ὑπόμνηση: Παρὰ τὴ συνείδηση, τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν παιδεία, τὸ κακὸ τοῦ Κόσμου δέν ἀποσοβεῖται..- ἂν ξεκινήσουν νὰ γυρνᾶνε τὰ γρανάζια τῆς καταστροφῆς, ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ διασώσῃ — στὴν καλύτερη περίπτωση — μονάχα τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ τ’ ὅποιο ἀνθρώπινο μεγαλεῖο του (κι ὁ ἀβοήθητος Ὄσβαλτ χάνει ἀκόμα κι αὐτά). Οἱ Βρικόλακες καταδύονται στὴν παραδοξότητα τῆς Ὕπαρξης  -νά γιατί θυμίζουν σὲ τόσα τὶς τραγωδίες τῶν Ἀρχαίων.  

Ὁ Πάουλ Σλέντερ — ἕνας ἀπ’ τοὺς ἐπιμελητὲς τῆς γερμανικῆς ἔκδοσης τοῦ ἰψενικοῦ σώματος — παρουσίασε στὴν Vossische Zeitung (10-1-1887) τὸ ἔργο ἀπὸ μιάν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, θετικὴ σκοπιά· ὁ ἀρχισυντάκτης τοῦ πρόσθεσε, ὅμως, τὴν παρακάτω ὑποσημείωση ποὺ τότε ἔγινε εὐρέως ἀποδεκτή: 

Στὶς φιλοσοφικὲς πραγματεῖες ἐπιλύονται τὰ δυσκολώτερα ἠθικά, κοινωνικὰ καὶ φιλοσοφικὰ προβλήματα. Γιὰ τὴν Τέχνη, ὅσο διαφορετικὲς κι ἂν εἶναι οἱ ὅποιες τάσεις, παραμένει ἀκατάρριπτος  ἕνας  νόμος: Τὸ ἔργο πρέπει νὰ μᾶς προσφέρῃ ἀπόλαυση κ’ ἡδονή — νὰ μᾶς ἐξυψώνῃ — καὶ νὰ μήν προκαλῇ ἀποτροπιασμό, νὰ μήν ἀποτελῇ βάσανο καί, ἀκόμα χειρότερα, νὰ μή σπέρνῃ μιὰν ἀπέλπιδα ἀμφιβολία· κι ὅλα τοῦτα ἀκόμα κι ὅταν ἡ ὑπόθεση ἑδράζεται στὴν πραγματικότητα (ποὺ ἀμφισβητοῦμε [] <γιὰ τοὺς Βρυκόλακες>). Εἶναι παρανόηση τῆς Τέχνης νὰ προσπαθοῦμε νὰ ἐπιλύσουμε ἠθικὰ καὶ κοινωνικὰ προβλήματα μέσῳ αὐτῆς -ἀσχέτως ἂν δίνῃ μορφὴ μιὰ δραματικὴ πλαστουργικὴ δύναμη ὅπως τοῦ Ἴψεν… 

Μές στὶς τόσες παρανοήσεις του, ὁ ἀρχισυντάκτης θέτει ἄθελά του τὸ κεντρικὸ ζήτημα: Οἱ Βρικόλακες ἀσχολοῦνται μὲ θεμελιώδη προβλήματα, σὰν τ’ ἀττικὰ δράματα· δὲν παύουν, ὅμως, οὔτε στιγμὴ νἆναι ζωντανὴ κι οὐσιαστικὴ ποίηση,  ὅπως καί οἱ ἀρχαῖες τραγῳδίες, καὶ κάτα τοῦτον ἀκριβῶς θεατρικώτατη δημιουργία: πλασμένη νὰ συναρπάσῃ σκηνικὰ καὶ νὰ διδάξῃ διὰ τῆς μιμήσεως.  Κι ἂν ἰσχύουν ὅσα ὑποστηρίζει ὁ ἐφημεριδογράφος, τί θἄπρεπε ἀλήθεια νὰ εἰπωθῇ γιὰ τὸν σαιξπηρικὸ Ἅμλετ, τὸν γκαιτικὸ Φάουστ, τοὺς ἰψενικοὺς Πέερ Γκὺντ καὶ Μπράντ;.. Στ’ ἀλήθεια, ὑπάρχει κλασικὸ ποιητικὸ δρᾶμα ποὺ νὰ μήν καταπιάνεται μ’ ἕνα ἐρώτημα παράλληλο κάποιου κομβικοῦ ζητήματος στὴν Ἱστορία τοῦ Πνεύματος;

Ὅπως ἔγραψε ὁ Ἴψεν στὸ συμπατριώτη του Μπγιέρνσον γιὰ μιὰν ἀντίστοιχη τοποθέτηση τοῦ κριτικοῦ Πέττερσεν (ἐπιστολὴ τοῦ 1867): 

Min bog er poesi;
Τὸ βιβλίο μου εἶναι ποίηση!
og er den det ikke,
Κι ἂν δέν εἶναι,
så skal den blive det.
θὰ γίνῃ ποίηση.
Begrebet poesi skal
Τῆς Ποίησης ἡ ἔννοια θ’ ἀλλάξῃ []
komme og bøje
ὥστε νὰ συμμορφωθῇ
sig efter bogen.
μὲ τοῦτο τὸ βιβλίο.
[Breve, τόμ. Ι: 1849-73, σελ. 159.]

Σ’ ἄλλη ἐπιστολὴ πρὸς τὸν ἐκδότη του (16/03/1882) ἰσχυρίζεται ὁ δημιουργός: 

Min bog ejer fremtiden for sig.
Στὸ βιβλίο μου ἀνήκει τὸ μέλλον

-ὁλόκληρος ὁ 20ὸς αἰώνας δραματουργικὰ καί σεναριογραφικά.

Ὥς τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν χτύπησε ἐγκεφαλικὸ τὸ 1901, ὁ Νορβηγός «ἀρχιμάστορας» τοῦ Θεάτρου δὲ σταμάτησε νὰ μάχεται συνεχῶς, μ’ ὅπλο κι ἀσπίδα τὴν πέννα του, τὰ τρὸλλ τῆς ψυχῆς κυοφορῶντας τὸ νέο -διαρκῶς ἀποζητῶντας τὸν  ἥλιο.

Μουσική…

Ποῖος, ἀλήθεια, δέν γιγνώσκει τὴν μαγευτικὴν δύναμιν τῆς Μουσικῆς, ποῖος ἀγνοεῖ ὅτι εἰς τὴν Μουσικήν ἐδόθη ἡ ἁρμοδιότης νὰ κόπτῃ, μετὰ τοῦ ἀλεξανδρείου φασγάνου, τὸν Γόρδιον Δεσμὸν τῆς Σκέψεως καὶ νὰ ἐκτινάσσῃ ἡμᾶς πέραν τῆς σπειροειδοῦς ἀτραποῦ τῆς Λογικῆς μετὰ ταχυτῆτος φωτός -νὰ μᾶς ἐναποθέτῃ εἰς τόπον ἀνέλπιστον προτέρως;!

Ἀπὸ τὸν Πρόλογο τοῦ δραματουργοῦ
στὴ Νόρμαν ἢ ἑνὸς πολιτικοῦ τὴν ἀγάπην
μετάφραση: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος